Η Ζησοπούλου ζούσε σε ένα σχετικά μεγάλο διαμέρισμα για ένα άτομο μόνον. Από αυτά που έβλεπε η Μαρία Ρίζου συμπέρανε ότι η νηπιαγωγός είχε σχετικά ακριβό γούστο και μια ιδιαίτερη προτίμηση για τάξη και καθαριότητα. Το αυτοκίνητο της ανήκε. Έπρεπε οπωσδήποτε να ελέγξει αν μένει με ενοίκιο ή όχι. Eίχε φιλίες, μερικές με ψευδώνυμο, προβλήματα στο νηπιαγωγείο και όλα αυτά στα 26 της.
“Περίεργο, πώς μπορεί κανείς τόσο νέος να συντηρεί μια τέτοια ακριβή ζωή; Eίχε πλούσιους γονείς; Τι ακριβώς κληρονόμησε από τον παππού της;” σκέφτηκε η επιθεωρητής δυνατά.

Θυμήθηκε τον εαυτό της στην ίδια ηλικία. Ένα χρόνο ήδη στην δουλειά, τα λεφτά, πολλά για να πεθάνεις της πείνας, λίγα για να κάνεις άνετη ζωή. Στο διαμέρισμα 55 τετραγωνικών που είχαν νοικιάσει με τον Δημήτρη χρειαζόντουσαν μόνον τον αέρα για να αναπνέουν και την αγάπη τους. Luft und Liebe όπως είχε ακούσει κάποτε μια φίλη της Γερμανίδα να λέει. Της φαινόταν υπερβολικά γλαφυρή η πρόταση, αλλά η φίλη της είχε δίκαιο. Τώρα μετά από 9 χρόνια έπρεπε να το παραδεχτεί πως έτσι ακριβώς ήσαν τα πράγματα τότε…

To χτύπημα του κουδουνιού με το γκλιν γκλαν γκλόοοοον του την επανέφερε ξαφνικά στην πραγματικότητα. Η υπηρεσία σήμανσης είχε φτάσει για την έρευνα του διαμερίσματος.
Η έρευνα έφερε στην επιφάνεια έγγραφα από ένα δικηγορικό γραφείο, τα οποία ζητούσαν την Δήμητρα Ζησοπούλου να υπογράψει κάποια συμβόλαια πώλησης ενός οικοπέδου. Το οικόπεδο είχε συνολική επιφάνεια 1.500 τετραγωνικών μέτρων, ήταν στην Πάτρα και ανήκε εξ αδιαιρέτου σε εκείνην και στον Αντώνη Μάρκου. Όπως φαίνεται από το συμβόλαιο, ο Αντώνης Μάρκου είναι κάτοικος Αλίμου, ασφαλιστής και ξάδερφος της Ζησοπούλου. Σε ένα φάκελο βρήκανε το συμβόλαιο μεταβίβασης του διαμερίσματος στο όνομά της, από τον Τηλέμαχο Μάρκου, ετών 82, κάτοικο Αλίμου. Όπως έμαθε η Ρίζου αργότερα ελέγχοντας τα οικογενειακά στοιχεία της Ζησοπούλου, επρόκειτο για τον παππού της, ο οποίος είχε πεθάνει πριν ενάμισι χρόνο.

Στο σαλόνι βρήκανε άλμπουμ με φωτογραφίες, ταξινομημένες σε χρονική σειρά από παλαιότερα χρόνια μέχρι την σημερινή εποχή. Στα άλμπουμ ήταν καθαρογραμμένες οι ημερομηνίες, τα ονόματα των ατόμων που ποζάρανε και o λόγος για τον οποίο ο φακός διαιώνισε την εκάστοτε στιγμή. Η Ρίζου ξεφύλλισε με ενδιαφέρον τις εικόνες ζωής της Δήμητρας Ζησοπούλου. Υπήρχαν άπειρες παιδικές φωτογραφίες ενός μικρού ξανθού κοριτσιού παρέα με ένα μεγαλύτερο μελαχρινό αγοράκι. Η Δήμητρα και ο Αντώνης κάτω από το δέντρο της θείας Μαρίκας, Χριστούγεννα 1983 έγραφε εδώ. Ο Αντώνης μαθαίνει στην Δήμητρα φλογέρα, Άνοιξη 1984 έγραφε πιο κάτω. O παππούς ψάχνει κοχύλια στην παραλία μαζί με την Δήμητρα και τον Αντώνη, Πλαταμώνας, Καλοκαίρι 1985, η Δήμητρα δωρίζει με αγάπη στον παππού ένα κασκόλ για τα γενέθλια του, Καλαμάκι, Απρίλης 1992, Δήμητρα και Αντώνης, καλοκαιρινές διακοπές στο Πλαταμώνα, 1993, H θεία Μαρίκα, ο παππούς, η Δήμητρα και εγώ διαβάζουμε την κάρτα για τα γενέθλια της Δημητρούλας μας, που μας έστειλε ο Αντώνης από το στρατό, Νοέμβρης 1995. Η γυναίκα που έγραψε το εγώ, είχε μεγάλη ομοιότητα με την άλλη γυναίκα, την θεία Μαρίκα και με τον ηλικιωμένο άνδρα. Μάλλον ήταν η μητέρα της Ζησοπούλου και μάλλον οι δυο γυναίκες ήταν κόρες του ηλικιωμένου. Έβαλε το άλμπουμ στην θέση του και άρχισε να ξεφυλλίζει ένα άλλο. Δύο θέσεις στα δεξιά από το προηγούμενο. Οι φωτογραφίες δείχνανε πλέον νεαρά άτομα σε πάρτι ή να ποζάρουν μπροστά από αξιοθέατα ανά τον κόσμο, με φόντο τον πύργο του Άιφελ, την πύλη του Μαγδεβούργου στο Βερολίνο, το Κολοσσαίο της Ρώμης, τις πυραμίδες της Γκύζας, τεράστιους ουρανοξύστες, μάλλον στην Αμερική, κόκκινα ξύλινα σπιτάκια, δίπλα σε άσπρα πρόβατα με μαύρα κεφάλια, στην καμπίνα ενός ιστιοπλοϊκού, στις ρίζες ενός τεράστιου πλάτανου στο κέντρο μιας γραφικής πλατείας ενός χωριού των Βαλκανίων…

Οι φωτογραφίες ήταν από το χρονικό διάστημα 1998 μέχρι και 2003. Από το 2004 υπήρχε μόνον μια και μοναδική. Ένας γέροντας σε μια αναπηρική καρέκλα, εμφανώς κατεβλημένος, με θλιμμένο, αδύνατο, γεμάτο ρυτίδες πρόσωπο και δίπλα του να ποζάρει χαμογελαστή μια νέα όμορφη ξανθιά κοπέλα ακουμπώντας απαλά, τρυφερά θα έλεγε κανείς, με τα χέρια της την πλάτη του γέροντα. “Η νεότης χρειάζεται την εμπειρία της ηλικίας, το γήρας χρειάζεται την ζωντάνια της νεότητας” σκέφτηκε η Ρίζου. Το χαμόγελο της Ζησοπούλου φαινόταν όμως πιεσμένο και τα μάτια σκοτεινιασμένα. To τελευταίο καλοκαίρι του παππού, Καλαμάκι 2004 έγραφε από κάτω.

Από το τελευταίο άλμπουμ με τις σύγχρονες φωτογραφίες της Δήμητρας Ζησοπούλου ξεκόλλησε η επιθεωρητής Ρίζου προσεχτικά μία, τραβηγμένη το καλοκαίρι του 2005. Το θύμα ήταν μια χαρούμενη νέα γυναίκα, μεσαίου ύψους, με αρμονική φυσιογνωμία, λεπτό σώμα και κοντά κομμένα ίσια ξανθιά μαλλιά. Στην φωτογραφία ήταν ντυμένη με τζινς και ένα κόκκινο μακό μπλουζάκι.

Σε ένα από τα υπνοδωμάτια στο πάνω πάτωμα ήταν ένας υπολογιστής με μόνιμη σύνδεση στο internet. Η σήμανση ανέλαβε να ελέγξει τα email και τα στοιχεία του chat. Το σύνθημα που είχε βάλει η Ζησοπούλου στο σύστημα τους δυσκόλευε να κάνουν login, όμως όπως της είπανε οι τεχνικοί, αυτό δεν ήταν κανένα μεγάλο και ανυπέρβατο πρόβλημα. Θα αλλάζανε το σύνθημα του χρήστη Administrator και τότε θα είχαν πλήρη πρόσβαση σε όλα τα αρχεία. Η Ρίζου συνειδητοποίησε για άλλη μια φορά την άγνοιά της σε τεχνικά θέματα των υπολογιστών. Της αρκούσε να μπορεί να χρησιμοποιεί καλά στραβά τα προγράμματα που χρειαζόταν για την δουλειά της. Παραπάνω δεν χρειαζότανε. Δεν είχε διάθεση να ασχοληθεί. Προτιμούσε να διαβάσει κανένα λογοτεχνικό βιβλίο, παρά να κάθεται με τις ώρες μπροστά σε ένα χαζοκούτι. Για εκείνην ο υπολογιστής ήταν εξίσου βαρετός, όσο το πρόγραμμα της τηλεόρασης, όμως η Κατερίνα, η κόρη της, ενδιαφερότανε και μάλλον σε λίγους μήνες θα αναγκαζότανε να της αγοράσει έναν. Θα ρώταγε τον τεχνικό της σήμανσης, εάν μπορούσε να την βοηθήσει να βρει το κατάλληλο μοντέλο για μια εφτάχρονη.

-Γεια σου Κατερίνακι μου γλυκό. Άργησα; Δεν άργησα, είπε η Ρίζου παιχνιδιάρικα στην κόρη της, την οποία βρήκε με την πλάτη στερεωμένη στα κάγκελα του προαυλίου του δημοτικού σχολείου δίπλα στην πύλη. Περίμενε εκεί υπομονετικά από τότε που χτύπησε το κουδούνι το τέλος της τελευταίας ώρας, εδώ και δέκα λεπτά.
Πώς πήγε το σχολείο;
-Καλά, μπορείς να με πας στης Γιάννας; Με κάλεσε για να παίξουμε, με αφήνεις να πάω; Έτσι και αλλιώς δεν έχουμε αύριο σχολείο, τα μαθήματα μπορώ να τα διαβάσω και άλλη στιγμή… Εντάξει;
-Εεε…. η Γιάννα ρώτησε την μαμά της; Να πάρω τηλέφωνο;
-Δεν χρειάζεται, μου είπε ότι η μαμά της το πρότεινε, θα με πας;
-Εντάξει, κανένα πρόβλημα πάμε αλλά στις 6 θα έρθω να σε πάρω, είπε κλείνοντας την πόρτα του αυτοκινήτου από την πλευρά της Κατερίνας.
-Γιου χου, είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου…

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.