-“Κύριε Παπαγιάννη” είπε η επιθεωρητής Ρίζου μπαίνοντας στο ανακριτικό δωμάτιο και ο ήχος της λέξης κύριε σε συνδυασμό με το Παπαγιάννη ξένιζε αφάνταστα στα αυτιά της. Συνέχισε όμως γρήγορα προκειμένου να αποφύγει το ενδεχόμενο να επαναλάβει τα μόλις λεχθέντα.
“Είπατε πως η κόρη της γειτόνισσάς σας γνώριζε την Δήμητρα Ζησοπούλου από το νηπιαγωγείο. Η Ζησοπουλου σας μίλησε ποτέ για την μικρή;”
-“Πως…; Όχι, δεν νομίζω. Γιατί άλλωστε;”

-“Ίσως γιατί ανησυχούσε για την συμπεριφορά της μικρής; Δεν σας ρώτησε αν την ξέρετε;”
-“Όχι, είχε αλλάξει η συμπεριφορά της Βάσως; Δεν το είχα προσέξει.”

-“Σίγουρα; Δεν σας ενοχλεί αλήθεια όταν έρχεται σε εσάς, για να παίζει μόνον με τον σκύλο σας;”
-“Όχι, γιατί να με ενοχλεί, δεν είναι η μόνη στην γειτονιά που έρχεται. Αν μπορώ να δώσω λίγη χαρά στα παιδιά το κάνω ευχαρίστως.”

-“Αν τις έδιναν χαρά τα παιχνίδια με τον σκύλο, δεν θα έπρεπε να είναι τώρα καλά;”
-“Δεν είναι; Αλήθεια, στείλατε ολόκληρο περιπολικό να με φέρει στο τμήμα για να συζητήσουμε για μια τετράχρονη;”

-“Δεν είναι ακόμα τεσσάρων, παρά τριάμισι, δεν το ξέρατε;”
-“Δεν με ενδιαφέρει πόσο χρόνων είναι, μπορώ να φύγω;” ρώτησε με ανυπομονησία στην φωνή γιατί η ανάκριση κατευθυνόταν σε επικίνδυνα θέματα.

-“Αλήθεια δεν είναι περίεργο που ένα άτομο της ηλικίας σας,… πόσο χρόνων είστε κύριε Παπαγιάννη;” συνέχισε αγνοώντας την ερώτηση του και τονίζοντας περίεργα την προτελευταία λέξη.
-“Εικοσιτριων.”

-“Λοιπόν ένας νεαρός 23 χρόνων να περνά τον χρόνο του με παιδιά του νηπιαγωγείου;”
-“Σας είπα δεν με ενοχλεί, έχω μικρά αδέλφια και ξαδέλφια και ξέρω από μικρά παιδιά.”

-“Μα καλά για πόσο ηλίθια με νομίζετε”, ξέσπασε η Μαρία Ρίζου χτυπώντας με δύναμη τα δυο χέρια της κλεισμένα σε γροθιές στο τραπέζι. Ο απότομος βρόντος έκανε τον Γαβρίλη Παπαγιάννη να τιναχτεί στην καρέκλα του στα αριστερά της επιθεωρητού.

“Δολώσατε την μικρή Τριανταφυλλίδου με τον σκύλο προκειμένου να σας επισκέπτεται. Στην αρχή την αφήσατε μάλλον να παίζει με εκείνον, ίσως και να τον βγάζατε παρέα βόλτα ή να πηγαίνατε μαζί στο πάρκο. Μπορεί και η μητέρα της Τριανταφυλλιδου να χαιρότανε για τον ανέλπιστο ελεύθερο χρόνο που της παρείχαν οι επισκέψεις της σε εσάς. Όμως από κάποια στιγμή και έπειτα αρχίσατε την κακοποίηση. Σίγουρα αργά αργά, σίγουρα μεταξύ γλυκού και ζαχαρωτού, σίγουρα μεταξύ παιχνιδιού και σοβαρού, ίσως χωρίς σωματική βια. Μάλλον σκεφτήκατε ότι η σωματική βια θα τρόμαζε την μικρή και θα απόφευγε να ξαναερχόταν. Ίσως και να της είπατε ότι αν δεν μπορούσε να κρατήσει το μυστικό σας, δεν θα την αφήνανε πλέον να έρχεται να παίζει με τον σκύλο. Ίσως να την τρομάξατε με το να της πείτε πως αν μαθαινόταν το μυστικό θα συνέβαινε κάτι κακό στους γονείς τις. Όπως και να έχει ικανοποιήσατε την σεξουαλική σας διαστροφή με το να επιβληθείτε σε ένα κοριτσάκι τριάμισι χρόνων. Ένας 23χρονος. Πόσο σας λυπάμαι. Διορθώνω, δεν λυπάμαι εσάς, παρά την φίλη σας. Χαρά στον άνδρα που βρήκε. Ένα θρασύδειλο ανδρείκελο. Ένα τέρας. Σίγουρα τρέματε την στιγμή που θα ανακάλυπτε η φίλη σας την αλήθεια, αλλά δεν μπορούσατε και να βάλετε ένα τέρμα στις κακοποιήσεις τις μικρής. Στοιχηματίζω ότι το διεστραμμένο μυαλό σας πλέον δεν μπορούσε να ερεθιστεί ερωτικά αν δεν ξαναζούσατε νοερά τις σκηνές της σεξουαλικής κακοποίησης. Ποια η διαφορά ενός σκουληκιού από εσάς; Τουλάχιστον το σκουλήκι δεν είχε άλλη επιλογή από το να δεχτεί τον ρόλο που του δόθηκε από την φύση. Εσείς είστε σκουλήκι γιατί το επιλέξατε.”

Με κάθε λέξη της επιθεωρητού μαζευόταν ο Παπαγιάννης και περισσότερο σε ένα ολοένα και μικρότερο κουβάρι. Έκρυβε το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια του, ελπίζοντας έτσι να προστατευθεί από τον ήχο των λέξεων της Μαρίας Ρίζου. Πονούσαν τα λόγια. Πονούσαν οι κατηγορίες, γιατί ήξερε ότι ήταν αληθείς, γιατί τις είχε πει στον εαυτό του χιλιάδες φορές νωρίτερα, γιατί δεν ήταν τόσο σάπιος ώστε να μην αναγνωρίζει το παράλογο, το ακατανόμαστο των πράξεών του. Όμως ηταν αδυναμος ολα αυτα τα χρονια να επιβληθει στον ευατο του, να αντισταθει στις ορμες του. Ειχε δικαιο η επιθεωρητης Ριζου, δεν ειχε ουτε ιχνος αυτοπεποιθησης μεσα του να αντικρουσει τις κατηγοριες της. Η μόνη αντιμετώπιση που του ήταν εφικτή ήταν να μυξοκλαίει, σαν ένα παιδί που πιάστηκε στα πράσα την στιγμή της ζαβολιάς. Η μύτη του άρχισε για δεύτερη φορά στην διάρκεια εκείνης της ημέρας να στάζει.

Η Ρίζου τον κοίταζε έτσι άθλιο, μυξιάρικο και φοβισμένο, και σκεφτόταν πως ίσως για πρώτη φορά στην ζωή ταυτιζόταν η εξωτερική του παρουσία με τον πραγματικό του εσωτερικό κόσμο. Κάτι σαν ένα αντίστροφο ασχημόπαπο, μια πεταλούδα που ζει τα αντίθετα στάδια εξέλιξης, μέχρι να καταλήξει να γίνει μια τριχωτή και γλοιώδης κάμπια.
Παράσιτο, μόνον αυτή η λέξη περιέγραφε σωστά αυτό το ανδρείκελο που καμπούριαζε στην καρέκλα δίπλα της.

“Η Δήμητρα Ζησοπουλου ήξερε τι είχατε κάνει στην Τριανταφυλλιδου, έτσι δεν είναι; Για αυτό πήρε τηλέφωνο το πρωινό της Πέμπτης, τι είπε;”
-“Μου… είπε ότι θα το έλεγε στην διευθύντρια και στην αστυνομία αν δεν έβαζα αμέσως ένα τέρμα στις επισκέψεις της Βασως. Την διαβεβαίωσα ότι δεν είναι αλήθεια και ότι ποτέ δεν θα περνούσε από το μυαλό μου να της κάνω κακό. Της ζήτησα να έρθει στο συνεργείο να τα πούμε και από κοντά, αλλά δεν δέχτηκε. Πήγα στο νηπιαγωγείο, ήξερα που ήταν και περίμενα εκεί να την συναντήσω πριν αρχίσει την δουλειά. Ήθελα να την πείσω ότι όλα είναι δημιουργήματα της φαντασίας της μικρής. Αν τα μικρά παιδιά δημιουργούν εικονικούς φίλους για να παίξουν όταν βαριούνται, μπορούν και να πουν ψέματα για να τραβήξουν την προσοχή των μεγάλων.”

-“Και τότε, αφού δεν σας πίστεψε, κόψατε κάποια στιγμή που δεν κοίταγε κάνεις το σωληνάκι, προκείμενου να την φοβίσετε με το ατύχημα να μην το πει σε κανέναν άλλον. Όμως αντί να χτυπήσει μόνον λίγο με το αυτοκίνητο, να γρατζουνιστεί η λαμαρίνα, βρέθηκε εκείνο το δέντρο μπροστά της και της σούβλισαν τα σπασμένα πλευρά την καρδιά και τους πνεύμονες. Δεν είχατε πρόθεση μάλλον να την σκοτώσετε, δεν είχατε το θάρρος. Πότε είχατε ποτέ θάρρος στην ζωή σας άλλωστε; Θέλατε να την τρομάξετε, αλλά τώρα είναι νεκρή. Ηλίθια σύμπτωση αυτή με το δέντρο, έτσι δεν είναι;”

-“Όχι, πρέπει να με πιστέψετε, μπορεί να έκανα ότι έκανα με την Βάσω, το αυτοκίνητο της Ζησοπούλου όμως δεν το πείραξα. Αλήθεια σας λέω, στην ζωή μου…” και σιώπησε ξαφνικά συνειδητοποιώντας ότι στα μάτια της επιθεωρητου δεν είχε και πολύ μεγάλη αξία ο όρκος του.
Αν ήταν ειλικρινής με τον εαυτό του, θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι για κανέναν πλέον δεν είχε η ζωή του κάποια ιδιαίτερη αξία, ούτε για τους άλλους αλλά ακόμα λιγότερο για εκείνον τον ίδιο.

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.