Η επιθεωρητής Ρίζου πίστευε ότι ο Γαβρίλης Παπαγιάννης χρειαζόταν χρόνο και κίνητρο να σκεφτεί αν θα έπρεπε να έλεγε την αλήθεια ή όχι. Το κρατητήριο ήταν ως γνωστόν ένας καλός χώρος για μια τέτοια απασχόληση και θεώρησε ότι θα του έκανε καλό να περάσει εκεί την νύχτα της Δευτέρας.
Παρόλα αυτά δεν μπορούσε να βρει ησυχία μέχρι να έπαιρνε απαντήσεις σε όλες της τις ερωτήσεις. Έψαξε στον φάκελο της υπόθεσης την λίστα των τηλεφώνων. Προσπάθησε για άλλη μια φορά να πιάσει την Νίκη Ιωσήφ, την βρήκε αλλά δεν έμαθε τίποτα νεότερο από αυτά που ήδη ήξερε.

“Τι ώρα έφτασε;” αναρωτήθηκε γιατί λόγω των απανωτών γεγονότων είχε πλέον χάσει την αίσθηση του χρόνου.
“Πέντε το απόγευμα. Άρα τέσσερις στην Γερμανία…”
Είχε έρθει η στιγμή να χρησιμοποιήσει τα γερμανικά που μάθαινε κατά την διάρκεια της σχολής αξιωματικών της αστυνομίας. Ήλπιζε μετά από τόσα χρόνια απραξίας να είχε μείνει κάτι ακόμα στο μυαλό της. Δεν ανησυχούσε όμως ιδιαίτερα, αν δεν τα κατάφερναν να συνεννοηθούν θα προσπαθούσανε τα αγγλικά. Ήξερε πως σχεδόν όλοι οι Γερμανοί τα μιλούν καλά, παρόλο που δεν το παραδέχονται. Δεν πίστευε να έχει τόσο μεγάλη ατυχία και να έπεφτε σε κάποιον που είχε στο σχολείο ρωσικά αντί για αγγλικά. Αυτό ήταν συνήθες, από ότι είχε ακουστά, στα ομοσπονδιακά κράτη της πρώην ανατολικής Γερμανίας. Που ήταν άραγε το Wülfrath;

Επιθεωρητής Μαρία Ρίζου του Αθηναϊκού τμήματος αντιμετώπισης του εγκλήματος στο ακουστικό, η κυρία Miller; Η κα Ζησοπουλου είχε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Βρήκαμε το νούμερο σας στην λίστα των κλήσεων που έγιναν από το τηλέφωνο της. Μήπως μπορείτε να μου πείτε τον λόγο της συζήτησης σας;” ρώτησε με σχετική ευχέρεια στα γερμανικά.

Η Ρίζου αναστέναξε με ανακούφιση κλείνοντας το τηλέφωνο. Τα θυμόταν ευτυχώς ακόμα αρκετά καλά. Η Ζησοπουλου είχε κάνει αίτηση δουλειάς στο νηπιαγωγείο στο οποίο δούλευε η Ίνγκριτ Μίλλερ. Η αίτηση είχε γίνει δεχτή και η Μίλλερ είχε αναλάβει να της βρει ένα διαμέρισμα, σε δυο μήνες θα άρχιζε την υπηρεσία της.
Στην ερώτηση της Ρίζου, που είχαν γνωριστεί, είχε πάρει την απάντηση ότι τους σύστησε πριν 3 χρόνια ένας κοινός φίλος κατά την διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών σε κάποιο ελληνικό νησί και διατηρούσαν από τότε τακτική αλληλογραφία. Λίγους μήνες μετά τον θάνατο του παππού της εξέφρασε η Ζησοπουλου την επιθυμία να φύγει από την Ελλάδα. Ήθελε να ξεπεράσει την θλίψη του πένθους κάνοντας μια καινούργια αρχή σε ένα άλλο μέρος. Όταν πριν 2 μήνες στο νηπιαγωγείο της Μιλλερ υπήρξε ανάγκη για μια επιπρόσθετη παιδαγωγό, η Ζησοπουλου δεν άφησε την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη και έστειλε αμέσως τα χαρτιά της.

“Καλά όλα αυτά, αλλά δεν απαντούν τα ερωτήματά μου” είπε δυνατά στο εαυτό της.
“Κα Σοφία Βλάσση; Χαίρομαι που σας βρίσκω στο τηλέφωνο. Επιθεωρητής Ρίζου.”

“Μήπως συνέβη κάτι στην ζωή της φίλης σας πριν 3 εβδομάδες; Δεν ξέρω ακριβώς τι, κάποια καινούργια γνωριμία ίσως, μια κακή εμπειρία… Ανέφερε κάτι τέτοιο;”

“Α κρίμα, δεν πειράζει, σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας, χαίρεται.”

Είχε εξαντλήσει πλέον όλες τις πληροφορίες; Μήπως έπρεπε να αποδεχότανε το γεγονός ότι μάλλον δεν θα ξεδιάλυνε το θέμα της πατρότητας του μωρού;
“Σκέψου Μαρία, σκέψου” είπε στον εαυτό της γιατί δεν ήθελε να παραδώσει τα όπλα αμάχητη. Ο ιατροδικαστής ανέφερε ότι το πτώμα ήταν 3 εβδομάδων έγκυος. Πότε έγινε το δυστύχημα; Στις 5 Ιανουαρίου. Η σύλληψη θα πρέπει τότε να συνέβη στην εβδομάδα από Πέμπτη 15 μέχρι και 22 Δεκεμβρίου. Η συνάντηση των blogger ήταν το Σάββατο στις 17 Δεκεμβρίου. Σύμπτωση; Μετά την κηδεία της Ζησοπουλου που ήταν προγραμματισμένη για την Τρίτη, δεν θα είχαν πλέον δυνατότητες να πάρουν DNA ίχνη από το έμβρυο για μια ανάλυση. Έπρεπε να ενεργήσει γρήγορα.
Έστειλε συναδέλφους να πάρουν DNA από τον Νικολόπουλο και τον Μιχαηλίδη και πήρε τον παθολόγο Πέτρο Αποστόλου τηλέφωνο. Του εξήγησε χωρίς αναπνοή, τελεία και κόμμα την πρόθεση της και θα έπρεπε λογικά να ήταν προετοιμασμένη, όμως για άλλη μια φορά έμεινε άναυδη από την απάντησή του.
Σιγά, σιγά…, πιείτε μια γουλιά νερό να ηρεμήσετε τους καρδιακούς σας παλμούς. Δεν υπάρχει λόγος για πανικό. Βεβαίως είχα προνοήσει να πάρω DNA δοκιμές, στο ψυγείο υπήρχε αρκετό υλικό από μητέρα και έμβρυο. Αν κάποιος από τους δυο άνδρες είναι ο πατέρας θα το δείξει το τεστ με σιγουριά ενός ποσοστού των 99,999 τις εκατό… Αλλά αλήθεια, δεν θα έπρεπε να ζητούσατε την DNA ανάλυση μόλις διαβάσατε την σημείωση στην ιατροδικαστική γνωμάτευση και όχι σήμερα μετά από μια μέρα καθυστέρηση;

Κατά τις εξίμιση αποφάσισε η Μαρία Ρίζου ότι μπορούσε πλέον να επιστρέψει στο σπίτι της. Αντιμετώπισε στωικά την κίνηση στους δρόμους, ευχαρίστησε την Ειρήνη για την επανειλημμένη βοήθειά της, έφαγε στα γρήγορα παρέα με την Κατερίνα και έπεσε στις 9 η ώρα ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά από την κόρη της πτώμα στην κούραση για ύπνο.

Τρίτη 2.23 πμ

Ντριν, ντριν, ντριιιιιιν….ντριν, ντριν, ντριιιιιιν ακούστηκε το τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι της επιθεωρητού Ρίζου.
Ήταν κακό σημάδι όταν χτυπούσε μέσα στην νύχτα. Tι είχε συμβεί που δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι το πρωί; Και άλλο πτώμα άραγε; Η Ρίζου δεν είχε καμιά διάθεση να το σηκώσει, ήθελε να συνεχίσει το όνειρό της, είχε ακόμα 4 ώρες ύπνου, αλλά αν δεν απαντούσε σύντομα, θα ξύπναγε η Κατερίνα.

Λε… λέγεται; ρώτησε σηκώνοντας το τηλέφωνο και με δυσκολία μπορούσε να ελέγξει τα λόγια της από την νύστα.
Ήταν ο καλός της άγγελος και τηλεφωνούσε από το αστυνομικό τμήμα. Μόλις πήρε ένα ασθενοφόρο τον Γαβρίλη Παπαγιάννη, είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας καταπίνοντας 4 λάμπες προβολέων αυτοκινήτων. Στο πάτωμα του κελιού βρήκανε ένα λερωμένο με αίματα κομμάτι χαρτί, όπου ο κρατούμενος είχε προλάβει να γράψει τις επόμενες 8 λέξεις:
Δεν σκότωσα εγώ την Ζησοπούλου. Συγχώρα με Βάσω!

Ο αρμόδιος υπάλληλος δήλωσε αργότερα ότι ναι μεν παραξενεύτηκε όταν είδε τις λάμπες σε μια από τις τσέπες του παντελονιού του Παπαγιάννη αλλά δεν σκέφτηκε ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρόβλημα και έτσι δεν τις αφαίρεσε όπως θα έκανε βάση κανονισμού για μια ζώνη, τα κορδόνια των παπουτσιών ή για άλλα αιχμηρά αντικείμενα.

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και
πρόσωπα της πραγματικότητας.