Κυριακή

Η Μαρία Ρίζου ξύπνησε από μόνη της και χωρίς ξυπνητήρι στις 8.30 πμ της επόμενης μέρας. Κοίταξε το ρολόι της πανικόβλητη. Χρειάστηκε λίγο χρόνο μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ήταν Κυριακή και ότι δεν είχαν καθυστερήσει για το σχολείο και την δουλειά. Προτίμησε να παραμείνει για λίγο στο ζεστό κρεβάτι της και να χουζουρέψει. Η Κατερίνα κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο. Οι δρόμοι έξω ήταν ακόμα ήσυχοι.
Έφερε στο μυαλό της το πρόγραμμα της ημέρας. Αν ήθελε να είναι στις 2 στην Χαλκίδα θα έπρεπε να φύγει ελάχιστα πριν την μια. Στις δέκα και μισή θα περνούσε ο Δημήτρης για να πάρει την Κατερίνα να πάνε… Που θα πηγαίνανε αλήθεια; Δεν της είχε πει και η ίδια ξέχασε να ρωτήσει. Όπως και να είχε θα ερχόταν ο Δημήτρης στις δέκα και μισή και θα έφερνε την Κατερίνα στις έξι το απόγευμα.
Αποφάσισε ότι προλάβαινε να κάνει μια ωρίτσα jogging, σηκώθηκε και ντύθηκε στα γρήγορα. Μια ώρα περίπου αργότερα επέστρεψε ιδρωμένη, με ένα αχνίζον σώμα, βρεγμένα μαλλιά αλλά και παγωμένα μύτη, στέρνο και αυτιά.
Πέταξε τα ρούχα από το σώμα της και έκανε ένα μακρύ ζεστό ντουζ. Το καλύτερο στο jogging ήταν το ντουζ μετά το jogging έλεγε σε όποιον δεν ήξερε ήδη αυτή την αμπελοφιλοσοφία της. Φόρεσε καθαρά ρούχα, χτένισε τα βρεγμένα μαλλιά της και έφτιαξε το τραπέζι για πρωινό. Η Κατερίνα δεν έδινε ακόμα σημείο ζωής. Γέμισε την καφετιέρα με νερό, έβαλε στο φίλτρο καφέ και όσο περίμενε να ετοιμαστεί πήγε πίσω στο μπάνιο να στεγνώσει τα μαλλιά της. Είχαν μακρίνει πάλι, έπρεπε να φρεσκάρει σύντομα το κόψιμο. Δεν θα άφηνε όμως να της τα κόψουν κοντά, της άρεσαν τελευταίως ξανά τα μακριά μαλλιά. Έτσι όπως κυματιστά και ανάλαφρα πλαισίωναν το πρόσωπό της και κατέληγαν σε μικρές μπούκλες λίγο πιο κάτω από τους ώμους. Από τότε που χώρισε με τον Δημήτρη τα είχε αφήσει να μακραίνουν. Ένας ψυχολόγος θα έλεγε, ότι τα μακριά μαλλιά είναι ένδειξη της διαθεσιμότητάς της για μια καινούργια σχέση και ενός ατόμου με σταθερό χαρακτήρα. Ούτε το ένα ούτε το άλλο ίσχυε κατά την γνώμη της.

Δεκαπέντε λεπτά μετά τις δυο πέρασε η επιθεωρητής Μαρία Ρίζου την καινούργια γέφυρα της Χαλκίδας. Πήρε την πρώτη έξοδο και σταμάτησε αριστερά στο πάρκιν λίγο πριν το τούνελ. Είδε ένα άνδρα ντυμένο με ένα μαύρο παντελόνι, γκρίζο μπουφάν, κασκόλ, σκούφο και γάντια να πηγαινοέρχεται για να μην ξεπαγιάσει.

-Ο κος Νικολόπουλος; ρώτησε. Ο άνδρας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και πρότεινε το δεξί του χέρι για χειραψία.
Μαρία Ρίζου, Επιθεωρητής της Αστυνομίας, συνέχισε και του έσφιξε το χέρι. Tα συλλυπητήριά μου, συγχωρείτε την καθυστέρηση, χάθηκα στην Αθήνα ψάχνοντας την πρόσβαση στον αυτοκινητόδρομο. Τέλος πάντων, μήπως μπορούμε να πάμε κάπου να πιούμε έναν ζεστό καφέ;
-Βεβαίως, έχετε ξαναέρθει στην Χαλκίδα;
-Όχι δυστυχώς, πρώτη φορά έρχομαι, εμπιστεύομαι την επιλογή σας.

Πέντε λεπτά αργότερα διάλεξαν ένα τραπέζι με δυο καθίσματα στο παραδοσιακό καφενείο της Χαλκίδας και παράγγειλαν δυο ζεστούς καφέδες με γάλα.

-Κε Νικολόπουλε πότε είδατε για τελευταία φορά την κα Ζησοπουλου;
-Tην Δευτέρα το πρωί. Είχε έρθει από το βράδυ της Παρασκευής. Περάσαμε μαζί το Σαββατοκύριακο και την Δευτέρα πρωί, θα ήταν γύρω στις 6, έφυγε κατευθείαν για την δουλειά της.

-Ήταν ένα ωραίο Σαββατοκύριακο; Είχατε μια καλή σχέση μεταξύ σας;
-Βεβαίως ήταν ωραίο, όπως όλα τα Σαββατοκύριακα τους τελευταίους 8 μήνες. Ήμασταν τρελά ερωτευμένοι. Γνωριστήκαμε μέσω του ίντερνετ σε ένα φόρουμ νέων ανθρώπων. Από το πρώτο μήνυμα που ανταλλάξομε με μάγεψε ο τρόπος της, ήταν τόσο μελαγχολικός και δυναμικός συνάμα. Ήταν άνθρωπος των αισθήσεων, είχε ευαισθησίες, ανησυχίες. Δεν ήταν επιφανειακή σαν τις άλλες της ηλικίας της.

-Ήταν και εκείνη ευχαριστημένη από την σχέση σας; Εννοώ δεν ήταν λίγο δύσκολο; Εσείς εδώ, εκείνη στην Αθήνα;
-Σίγουρα δεν ήταν ότι πιο απλό υπάρχει, αλλά δεν γινότανε αλλιώς. Έχω ένα συμβόλαιο εργασίας για πέντε χρόνια και είναι δεμένα τα χέρια μου. Είμαι πολιτικός μηχανικός και δουλεύω στην εταιρεία που έχει αναλάβει τον έλεγχο και την συντήρηση της νέας γέφυρας. Η δουλειά αυτή είναι η πρώτη θέση μου μετά τις σπουδές και είναι πολύ σημαντικό για την καριέρα μου να την κρατήσω. Της είχα προτείνει να έρθει να μείνει εδώ, αλλά έλεγε ότι δεν μπορούσε λόγω της δουλειάς της στο νηπιαγωγείο. Είμαι σίγουρος ότι δε θα δυσκολευόταν να βρει εδώ κάτι ανάλογο, νομίζω όμως ότι της ήταν σημαντικό να μην χάσει την ελευθέρια της από τώρα. Αποφασίσαμε λοιπόν να γνωριστούμε πρώτα καλύτερα και μετά από 3 χρόνια που λήγει το συμβόλαιο θα αποφασίζαμε αν θα ερχόταν εκείνη εδώ, αν εγώ έψαχνα κάτι στην Αθήνα ή αν τελικά πηγαίναμε και οι δυο κάπου αλλού.

-Δεν σας έπιανε η μοναξιά έτσι μακριά ο ένας από τον άλλο;
-Κάθε δεύτερη μέρα τηλεφωνιόμασταν, συζητάγαμε μέσω του υπολογιστή όσο πιο συχνά γινότανε και κάθε Σαββατοκύριακο το περνούσαμε μαζί. Έχω την εντύπωση πως επικοινωνούσαμε πολύ πιο συχνά από άλλους που μένουν πόρτα με πόρτα. Μερικές φορές όμως αναγνώριζα στην φωνή της μια θλίψη. Σίγουρα κούραζε η σχέση εξ αποστάσεως, αλλά δεν υπήρχε και άλλη δυνατότητα. Έπρεπε να κάνουμε κουράγιο αυτά τα 3 χρόνια.

-Από την Δευτέρα δηλαδή δεν ξανασυναντηθήκατε; Εσείς δεν κατεβήκατε Αθήνα;
-Όχι, δεν είχα ρεπό και χωρίς αυτοκίνητο είναι πραγματικά δύσκολο να πάω για λίγες ώρες μέσα στην εβδομάδα. Είχαμε κανονίσει να κατέβω την Παρασκευή το βράδυ, αλλά ο συνάδελφος που θα έκανε την εφημερία για το Σαββατοκύριακο αρρώστησε και η εταιρεία έβαλε εμένα να τον αντικαταστήσω. Πήρα την Δήμητρα τηλέφωνο να της το πω, αλλά δεν την βρήκα. Πρέπει να ήταν την Πέμπτη. Πότε είπατε συνέβη το δυστύχημα της;

-Την Πέμπτη το απόγευμα φεύγοντας από το νηπιαγωγείο.
-Για αυτό δεν αντέδρασε στα μηνύματά μου… Ήταν ήδη νεκρή λοιπόν. Τι συνέβη αλήθεια;

-Η τροχαία λέει ότι κάποιος είχε κόψει το σωληνάκι των υγρών των φρενών. Μπορείτε να φαντασθείτε ποιος θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο;
-Δεν ξέρω τι να σας πω, ίσως ήταν κανένας από τους blogger. Η Δήμητρα έγραφε blog, Χρειαζόταν το τρόπο έκφρασης, την ηρεμούσε μου είχε εξηγήσει, όταν την ρώτησα και εγώ τί βρίσκει στα δημόσια ημερολόγια. Δεν συμφωνούσα ιδιαίτερα με την ιδέα ότι διατυμπάνιζε την ιδιωτική μας ζωή στο ίντερνετ, αλλά εκείνη έλεγε πως επειδή δεν γράφει το επίθετό της και την περιοχή που μένει δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο. Ποιος ξέρει όμως τι ψυχοπαθείς κυκλοφορούν εκεί. Η Δήμητρα μου έλεγε πως υπήρξαν κάποιοι ιδιαίτερα ενοχλητικοί στο chat, που επέμεναν να τους δώσει το τηλέφωνό της. Τις προάλλες είχε πάει σε μια συνάντηση των blogger, ποιος ξέρει ποιους γνώρισε εκεί. Την συμβούλεψα να μην πάει, αλλά δεν με άκουσε.

-Δεν πήγατε μαζί στην συνάντηση;
-Όχι δεν γινότανε, ήταν μέσα στην εβδομάδα και έπρεπε να δουλέψω την επόμενη μέρα.

-Τί έγραφε αλήθεια η κα Ζησοπουλου στο blog της;
-Τα προσωπικά μας υποθέτω, δεν μου είχε δώσει τη διεύθυνση. Κάποτε την ρώτησα και με κορόιδεψε άφησε να έχουμε και κανένα μυστικό, αν τα ξέρεις όλα θα χάσεις το ενδιαφέρον σου μου είπε.

-Ξέρετε αν είχε πρόβλημα με το αυτοκίνητό της;
-Περίεργο που με ρωτάτε, την Τετάρτη το βράδυ στο τηλέφωνο είπε πως θα πήγαινε την επόμενη στο συνεργείο γιατί δυσκολευόταν να το βάλει μπρος. Ήταν ιδιαίτερα εκνευρισμένη για το γεγονός, γιατί το αυτοκίνητο ήταν σχεδόν καινούργιο, μόνον 3 χρόνων, και μόλις πριν ένα μήνα το είχε πάει για συντήρηση.

-Στο αρχείο της αστυνομίας βρήκα παρεμπιπτόντως μια εγγραφή ενός περιστατικού με μια συμφοιτήτριά σας. Τί είχε συμβεί αλήθεια;
-To περίμενα ότι θα με ρωτήσετε, αλλά δεν πειράζει, δεν ήταν και τίποτε σημαντικό άλλωστε, απλή παρεξήγηση. Η Βασιλική ήταν το κορίτσι μου. Ήμασταν καλεσμένοι σε ένα πάρτυ συμφοιτητών, αλλά δεν μπορούσα να πάω γιατί έπρεπε να δουλέψω. Είχα μια δουλίτσα σε ένα εστιατόριο για να εξοικονομώ τα έξοδά μου. Της είπα λοιπόν να πάει εκείνη νωρίτερα και εγώ θα ερχόμουνα αργότερα μετά δουλειά. Όταν έφτασα, θα ήταν γύρω στα μεσάνυχτα, ήταν πιωμένη και χόρευε σφιχταγκαλιασμένη με έναν άλλο. Πρότεινα να την πάω σπίτι, αλλά δεν ήθελε, φώναζε, αντιδρούσε παράλογα μέσα στο μεθύσι της, αναγκάστηκα να την πιάσω σταθερά και να την πάρω από το διαμέρισμα. Πήραμε ένα ταξί και την κουβάλησα στο σπίτι γιατί την πήρε ο ύπνος μέσα στο αυτοκίνητο. Την επόμενη μέρα δεν θυμότανε τίποτε από την προηγούμενη νύχτα. Όταν είδε της μαυρίλες στα μπράτσα της έτρεξε στην αστυνομία και κατέθεσε μήνυση εναντίον μου, την απέσυρε όμως μόλις τα παιδιά της παρέας της εξήγησαν τι πραγματικά συνέβη.

-Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας. Μια τελευταία ερώτηση μόνον… Ζηλεύατε την φίλη σας;
-Εγώ; Ποτέ! είπε με έμφαση και έκανε νόημα στον σερβιτόρο για τον λογαριασμό.

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.