Σάββατο 8.45μμ

-Καληνύχτα γλυκιά μου, όνειρα γλυκά, είπε η Κατερίνα Ρίζου βγαίνοντας από το δωμάτιο της κόρης της. Πήρε το κίτρινο φάκελο της σήμανσης μαζί της στην κουζίνα, έβαλε το νερό στην φωτιά, ετοίμασε την τσαγιέρα, πήρε ένα φλιτζάνι από το ντουλάπι, το έβαλε στο τραπέζι μπροστά της και ξεφύλλισε την αναφορά.
Άρχισε να διαβάζει τις διάφορες συνομιλίες στο chat. Είχε δίκιο ο ξερακιανός του τμήματος εξέτασης ψηφιακών δεδομένων, οι συζητήσεις είχαν μια απροσδιόριστα ερωτική ατμόσφαιρα. Η Ζησοπούλου έγραφε ανεξάρτητα από τον συνομιλητή της, την μια βαθιά μελαγχολικά, την άλλη ανάλαφρα αισθησιακά. Σίγουρα ο τρόπος της άγγιζε τις ευαίσθητες κεραίες μερικών και ξυπνούσε κάποτε το ανδρικό ένστικτο προστασίας, άλλοτε την έμφυτη διάθεση του κατακτητή. Γράφανε για ποιήματα, για συναισθήματα, για εικόνες που είδανε στο δρόμο για την δουλειά, για χρώματα, για τους εικονικούς φίλους, για την σημασία των ημερολογίων, ανταλλάσσανε φωτογραφίες, διόρθωναν ορθογραφικά λάθη των κειμένων τους ο ένας στον άλλο και τα κάνανε όλα αυτά με ένα οικείο τρόπο λες και γνωρίζονται από καιρό, λες και κάθε πρόταση ήταν ένα απαλό χάδι, συνοδευόμενο με ένα χαμόγελο, ένα ανάλαφρο φιλί στο μέτωπο.

“Μάλλον είναι εύκολο να είναι κανείς έτσι ανοιχτός και χωρίς προκαταλήψεις απέναντι ενός αγνώστου” σκέφτηκε η Ρίζου. “Η οπτική εντύπωση χαλάει συχνά την αντικειμενική. Γνωρίζεις για παράδειγμα έναν καινούργιο συνάδελφο την πρώτη μέρα δουλείας και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων αντιδρά κάτι μέσα σου που λέει, αυτόν να μην τον εμπιστεύεσαι, αυτόν να τον συμπαθείς, να επιζητείς την παρέα του για να μαθαίνεις, να επιθυμείς, να προσέχεις. Δεν μπορείς να προσδιορίσεις τι σε παρακινεί, αν είναι το σακάκι του, το γεγονός αν είναι φρεσκοξυρισμένος ή όχι, το χρώμα των μαλλιών, το ύψος και η φόρμα των ώμων του, η χρεία της φωνής του ή όλα αυτά μαζί, αλλά η άποψη που έκανες με την πρώτη ματιά κάηκε ανεξίτηλα στο μυαλό σου και δεν σε αφήνει να την αναθεωρήσεις αργότερα ανεξάρτητα τι θα συμβεί.
Χωρίς αυτό τον παράγοντα, όσο ο άλλος παραμένει ευγενικός ή παίζει το ίδιο παιχνίδι που θέλεις εσύ να παίξεις, με ανείπωτους κανόνες, μπορείς να τον φαντάζεσαι όπως εσένα θα σου άρεσε και παραμένεις σε μια εικονική, διαφορετική για τον καθένα αλλά και ευχάριστη κατάσταση παρόμοια ονείρου. Όλα είναι έτσι όπως εσύ φαντάζεσαι. Το γεγονός ότι η παρέα δεν είναι ρεαλιστική δίνει μια αίσθηση σιγουριάς ίσως, και βοηθά τους ντροπαλούς να ξεπεράσουν τις συστολές τους, να νιώσουν μέσα σε αυτό το παιχνίδι ένα άλλο εαυτό τους, να γίνουν έτσι όπως θα ήθελαν να είναι εάν είχαν το κουράγιο να εφαρμόζουν αυτά που γράφουν στην πραγματικότητα τους.”
Η Δήμητρα Ζησοπούλου είχε από ότι φαίνεται τύχη και οι συνομιλητές της, ήξεραν να παίζουν το παιχνίδι χωρίς να πιέζουν.

Όταν πλέον δεν μπορούσε να αγνοήσει το δυνατό σφύριγμα του νερού για το τσάι που έβραζε, άφησε τα χαρτιά της στην άκρη, γέμισε την τσαγιέρα με το βραστό νερό, κοίταξε το ρολόι της και υποσχέθηκε στον εαυτό της να μην ξεχάσει μετά από 6 λεπτά να αφαιρέσει το φύλλα του τσαγιού.

Επέστρεψε στην θέση της και κοίταξε τώρα την συνομιλία με τον lover24. Αναρωτιόταν τι είχανε να πούνε 5 ολόκληρες ώρες, δυο άτομα άγνωστα μεταξύ τους με μόνο κοινό σημείο τα blogs. Ήξερε πλέον ότι τα λέγανε έτσι και δεν φοβότανε να χρησιμοποιήσει καινούργιες λέξεις στο λεξιλόγιό της. Η συζήτησή τους άρχισε κάποια λεπτά μετά τις δέκα, με τα γνωστά καλά λόγια του τύπου, θαυμάζω τον τρόπο που γράφεις, μακάρι να μπορούσα και εγώ, ναι αλλά και εσύ πραγματικά βρίσκεις υπέροχα θέματα, και η οπτική γωνία σου είναι πάντα ενδιαφέρουσα. Αντί όμως να παραμείνει το θέμα στα blog, γρήγορα άρχισαν να συζητάνε για τις προσωπικές τους σχέσεις, τους γονείς τους ή τον παππού στην συγκεκριμένη περίπτωση της Ζησοπούλου, τις δουλειές τους, τις αγαπημένες τους ταινίες, βρήκαν και πολλές κοινές, τις συνήθειές τους αγοράς ή διαβάσματος βιβλίων, τους φόβους και τα όνειρά τους. Από αυτά που διάβαζε η επιθεωρητής συμπέρανε ότι η Δήμητρα Ζησοπούλου ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να γνωρίσει τον συνομιλητή της. Η συζήτηση ήταν διαφορετική όχι μόνον σε διάρκεια από τις άλλες αλλά και σε ποιότητα.

“Γιατί αλήθεια;” ξέφυγε δυνατά της Μαρίας Ρίζου. Πίστευε πως μια γυναίκα που έχει μια ικανοποιητική σχέση δεν ανοίγεται έτσι, δεν ενδιαφέρεται έτσι για ένα άλλο πρόσωπο. Ακόμα και αν αυτό το κάνει με τον τρόπο της στο ημερολόγιο. Εκεί ανοίγεται μάλλον αόριστα και στον ίδιο βαθμό εξίσου σε ένα αόρατο κοινό. Αυτή η συνομιλία όμως ήταν πραγματικά ένδειξη προσωπικού και ίσως ίσως ερωτικού ενδιαφέροντος από την μεριά της Ζησοπούλου. Όταν σχεδόν 5 ώρες αργότερα έκλεισαν την συζήτηση όχι γιατί τελείωσαν τα θέματα πάρα με την προοπτική να πέσουν για ύπνο, επειδή έπρεπε να ξεκουραστούν για να αντιμετωπίσουν την επόμενη μέρα, ήταν πρωτοβουλία της Ζησοπούλου να δώσει το τηλέφωνο της στον lover24.

Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ξέχασε το τσάι.
“Ευτυχώς δεν είναι μαύρο ή πράσινο να μην πίνεται τώρα” είπε στον εαυτό της. Αφαίρεσε το δίχτυ με τα φύλλα του τσαγιού, γέμισε το φλιτζάνι της, έβαλε λίγο μέλι, ήπιε μια γουλιά και συνέχισε το διάβασμα.

Οι συζητήσεις της με τον Nickson ήταν το τελευταίο κομμάτι της αναφοράς. Οι υπάλληλοι του τμήματος εξέτασης ψηφιακών δεδομένων δεν είχαν καταφέρει να τις αναπλάσουν ολόκληρες. Ως λόγο δώσανε τον μεγάλο αριθμό των αρχείων, ότι υπήρχαν τεχνικά προβλήματα, μερικά είχαν διαγράφει εν μέρη από άλλα και ότι ο φόρτος εργασίας του τμήματος δεν επέτρεπε να ασχοληθούν περισσότερο από το άκρως απαραίτητο χρόνο με την εξέταση του συγκεκριμένου υπολογιστή. Η Ρίζου δεν ήταν σίγουρη γιατί, αλλά κάτι την έκανε να μην πιστεύει τις εξηγήσεις. Όπως και να είχε, ακόμα και από αυτά τα λίγα και με διακοπές που διάβαζε ένιωθε μια απίστευτη ένταση μεταξύ των συνομιλητών, οι λέξεις ήσαν με τέτοια ακρίβεια και ειλικρίνεια διαλεγμένες, χωρίς ενδοιασμούς, ή ψεφτοσεμνότητες, που ήταν εμφανές ότι οι συγγραφείς κατά την διάρκεια του chat βρισκόντουσαν σε ερωτική διέγερση, η οποία λέξη με λέξη αυξανόταν. Ούτε αυτό το παιχνίδι δεν ήταν μονομερές και οι δυο παίκτες ήξεραν πότε να παίρνουν πρωτοβουλία, και πότε να αφήνουν τον άλλο να φέρνει καινούργιες ιδέες, να μεταφέρει το παιχνίδι των λέξεων και των αισθήσεων κάπου αλλού, να αυξάνει την ένταση. Κάποια ορθογραφικά λάθη προς το τέλος των chat έδειχναν μάλλον την αναστάτωση και την κατάσταση ηδονής των δυο τους.

Είχε γενικά λόγω δουλειάς αναπτύσσει κάποιες ανοχές στις ένοχες του να βρίσκεις και να σκαλίζεις τα προσωπικά των άλλων, αλλά έπρεπε να παραδεχτεί ότι ένιωθε άβολα διαβάζοντας τα σπαρμένα κείμενα των chat της Ζησοπουλου με τον Νickson.
“Nickson, Nickson…;” αναρωτήθηκε. “Nickson; Son of Nick; Γιος του Νίκου; Νικολόπουλος;”

Η Μαρία Ρίζου θυμήθηκε το σχόλιο του αντιπαθέστατου υπαλλήλου της σήμανσης. Μην κοκκινίσετε διαβάζοντάς τα.
Όχι δεν κοκκίνισε που τα διάβασε. Αντίθετα η ειλικρίνεια, ο αισθησιασμός, ο ρυθμός των κειμένων της έκαναν διάθεση να πάρει τον Γιώργο τηλέφωνο, να ακούσει την αγαπημένη και χαμένη στα όνειρα φωνή του και ό,τι ήθελε προκύψει.

-Συνεχιζεται-

ΥΓ. Η ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.