Τρίτη

Στις οχτώ το πρωί της τριτης ξύπνησαν σχεδόν ταυτόχρονα, χωρίς ξυπνητήρι, ο Λευτέρης και η Κωνσταντίνα Ζησοπουλου. Σιωπηλά σηκώθηκαν, σιωπηλά ετοίμασαν τον καφέ, σιωπηλά τον ήπιαν, σιωπηλά έπλυναν τα δόντια τους, σιωπηλά άρχισαν να φοράνε τα ρούχα που κρεμόντουσαν από το προηγούμενο βράδυ στα χερούλια της ντουλάπας. Ένα μαύρο κουστούμι, άσπρο πουκάμισο με μαύρη γραβάτα για τον κύριο Ζησόπουλο, ένα μαύρο βελούδινο φόρεμα για την κυρία Ζησοπουλου.
Το ζευγάρι δεν διέκοψε την σιωπή ούτε όταν ο Λευτέρης Ζησόπουλος χρειάστηκε την βοήθεια της γυναίκας του με την γραβάτα. Ένα απλό βλέμμα ήταν αρκετό και η Κωνσταντίνα Ζησοπουλου την έδεσε σε έναν τέλειο κόμπο χωρίς λόγια.

Ήσαν και οι δυο τους κομψοί σε αυτά τα επίσημα μαύρα ρούχα. Τα είχαν φορέσει και άλλοτε. Σε άλλες ευκαιρίες. Ήταν ραμμένα στα μέτρα τους, ακριβά, τους κολακεύαν. Όμως εκείνοι δεν θα ένιωθαν ποτέ ξανά αυτό το θετικό συναίσθημα όταν θα τα έβλεπαν κάποια στιγμή τυχαία στο μέλλον ανάμεσα στα άλλα ρούχα της ντουλάπας τους. Θα τους θύμιζαν πάντα την μέρα που είχαν κηδέψει την κόρη τους. Στην αρχή θα αρκούσε ένα τυχαίο βλέμμα για να ξεσπάσει μέσα τους η θλίψη για το παιδί που χάθηκε πολύ νωρίς. Κάποτε θα προσπαθούσαν να τα πετάξουν, με την ελπίδα ότι θα πετούσαν Μάζι με αυτά την στεναχώρια και τις λυπημένες σκέψεις, δεν θα τους έκανε καρδιά όμως και θα τα έβγαζαν μάλλον από την ντουλάπα, θα τα δίπλωναν και για προστασία θα τα έβαζαν σε κάποιο διάφανο κουτί με φερμουάρ. Από καιρό εις καιρό θα το ανοίγανε. Λίγο όχι καθόλο το μήκος του, θα έριχναν μια μάτια, θα βεβαιωνόντουσαν ότι είναι ακόμα εκεί, τα ρούχα καθ΄αυτά αλλά μαζί τους και οι ομορφότερες αναμνήσεις μιας περασμένης εποχής που είχε χαθεί οριστικά. Της εποχής που ήσαν οικογένεια. Θα αγωνιζόντουσαν να βρουν ένα κοινό τρόπο να αντιμετωπίσουν τον θρήνο τους. Θα δυσανασχετούσαν με την αντίδραση της οικογένειας, των φίλων και των ξένων. Θα ξανακοιτούσε ο καθένας ξεχωριστά βαθιά μέσα του και θα συνειδητοποιούσε τι ζητούσε από την ζωή. Κάποιες στιγμές θα βυθιζόντουσαν ξανά στην λύπη, άλλες θα οργιζόντουσαν για ότι συνέβη. Κάποτε θα τα καταφέρνανε να ξαναβρούν ο ένας τον άλλο. Κάποτε…, το κάποτε ήταν όμως αδιανόητο εκείνο το πρωινό της Τρίτης, όπως ήταν αδιανόητη κάθε άλλη σκέψη που δεν είχε την κόρη τους ως περιεχόμενο της.

Κατά την διάρκεια της λειτουργίας στο εκκλησάκι του νεκροταφείο Βούλας αναλογιζόταν ο Λευτέρης Ζησοπουλου ότι είχε ακούσει να παρηγορεί κάποιος έναν πάτερα που θρηνούσε το θάνατο ενός παιδιού του με μια πρόταση του είδους… έχεις τουλάχιστον δυο άλλα παιδιά. Είχε ανατριχιάσει ακούγοντάς την, λες και το παιδί ήταν απλά μια κούπα που και τι έγινε και αν έσπασε, αρκεί να έχουμε εμείς άλλες δυο να πίνουμε τον καφέ μας. Ήταν μια ηλίθια πρόταση, αλλά τι του είχε μείνει εκείνου τώρα; Άλλο παιδί δεν είχανε. Την Δήμητρα τους την χάσανε, τίποτε δεν την επανέφερε πίσω, τίποτε δεν θα μπορούσε να την αντικαταστήσει.

Τίποτε από τα τελετουργικά δεν έζησε ο πατέρας της Ζησοπουλου συνειδητά. Ούτε την λειτουργία, ούτε την παρουσία της γυναίκας του δίπλα του, ούτε το χέρι της που έψαχνε συνέχεια το δικό του, ούτε την σιωπηλή απελπισία της, ούτε τους άλλους φίλους και συγγενείς που παρευρέθηκαν, ούτε στο σφίξιμο των χεριών μετά το τέλος της κηδείας. Όλα τα ένιωσε σαν σε ένα όνειρο.
Στα συλλυπητήρια της Σοφίας Βλάσσης δεν αντίδρασε, στο ζωή σε λόγου σας της Νίκης Ιωσήφ κοίταξε το φρέσκο χώμα δίπλα στο λάκκο, στο λυπάμαι πάρα πολύ που δεν είχα περισσότερο χρόνο να γνωρίσω την κόρη σας καλύτερα του Κώστα Μιχαηλίδη έκλεισε τα μάτια γιατί ο ήλιος τον τύφλωνε, στο Θεός σχωρέσ΄την του Θεόδωρου Νικολόπουλου πρόσεξε ένα στραβό κυπαρίσσι που το λύγιζε ο άνεμος.

Η Μαρία Ρίζου δεν ήθελε να ενοχλήσει. Παρακολούθησε από μακριά την κηδεία και έφυγε χωρίς να την δει κανείς από τους παρευρισκόμενους.

Οι επόμενες μέρες δεν ήσαν ιδιαίτερα ευνοϊκές για την υπόθεση Ζησοπουλου και την επιθεωρητή Ρίζου γενικότερα. Και τα δυο αποτελέσματα των τεστ πατρότητας βγήκαν αρνητικά. Το άλλοθι του Αντώνη Μάρκου επιβεβαιώθηκε από συνάδελφους και πελάτες της ασφαλιστικής εταιρίας. Ακόμα και νεκρή η Ζησοπουλου τον εμπόδιζε στην πώληση του οικόπεδου. Η μερίδα της των 50% πήγαινε τώρα ελλείψη σύζυγου ή παιδιών στους γονείς της. Ο Μάρκου θα έπρεπε πλέον να ζητήσει την συναίνεση δυο ατόμων αντί ενός. Θα περνούσαν τουλάχιστον 3 μήνες μέχρι να τελείωνε η διαδικασία της μεταβίβασης του μεριδίου της Ζησοπουλου στους γονείς της. Στο ξάδελφο της Δήμητρας Ζησοπουλου δεν έμενε τίποτε από το να ελπίζει να κατάφερνε να μετέπειθε τους συγγενείς του και να μην αλλάξει ενδιάμεσα γνώμη ο ενδιαφερόμενος και να αγόραζε ένα φθηνότερο οικόπεδο σε κάποια άλλη περιοχή της Πάτρας.

Όσo περισσότερο ερευνούσε η επιθεωρητής την υπόθεση, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσε πως δεν γνώριζε τίποτε. Τίποτε τουλάχιστον σχετικό με το αίτιο του θανάτου της Ζησοπουλου ή με το κίνητρο αυτού που προκάλεσε το αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ένας ψυχολόγος είχε βεβαιώσει ότι η άρνηση του Παπαγιάννη στο θέμα την εμπλοκής του στο ατύχημα της νηπιαγωγού ήταν ειλικρινής. Οι έρευνες είχαν φτάσει σε αδιέξοδο. Θα μπορούσε να άρχιζε να έψαχνε τα στοιχεία των άλλων blogger που βρέθηκαν στην συνάντηση, αλλά αυτό θα ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία με αμφίβολο αποτέλεσμα.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, άρχισε να πιέζει και ο προϊστάμενος να δει αποτελέσματα. Την απόφασή της να κλείσει τον Γαβρίλη Παπαγιάννη στο κρατητήριο χωρίς να τον ενημερώσει προηγουμένως την είχε αποδοκιμάσει ήδη δημόσια σε μια ανοιχτή για όλους σύσκεψη του τμήματος, μια μέρα μετά την απόπειρα αυτοκτονίας.
Στην ίδια σύσκεψη πληροφόρησε ότι θα ερευνηθούν κατανυχιστικά οι ακριβείς συνθήκες της απόπειρας αυτοκτονίας και ότι όσοι συνέβαλαν στο φιάσκο θα είχαν να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις των πράξεών τους.

Δυο εβδομάδες μετά το δυστύχημα, Πέμπτη 8.52 πμ

“Μαρία τάξε μου να σου πω τα νέα!” φώναξε χαρούμενα ο καλός άγγελος βλέποντας την στο διάδρομο. “Βρήκα καινούργια στοιχεία στον υπολογιστή της τροχαίας. Στοιχηματίζω ότι θα σου φανούν πολύ ενδιαφέροντα.”

Η Μαρία Ρίζου πέρασε τις επόμενες 7 ώρες στους δρόμους. Ρώτησε υπαλλήλους για να επιβεβαιώσει τις απαντήσεις τους, χτύπησε πόρτες διαμερισμάτων, ρώτησε αν θυμόντουσαν να είδαν ή να άκουσαν κάτι το ασυνήθιστο, έψαξε και βρήκε μαρτυρίες ώσπου στις 6 το βράδυ είχε στα χέρια της την εντολή συλλήψεως από τον εισαγγελέα.

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.

YYΓ. Το επόμενο θα είναι το τελευταίο κεφάλαιο. (Μάλλον ;-)