Παρασκευή 4.00μμ

Φεύγοντας από το νηπιαγωγείο η Μαρία Ρίζου έριξε μια τελευταία ματιά στο κτίριο πίσω της.
“Ζωντανά χρώματα, χαρούμενη διακόσμηση, μοντέρνα κτίρια, σε καλή περιοχή της Βούλας, σε δρόμο με λίγη κίνηση, τι τα θες;” σκέφτηκε.
“Aν αντί να αποτελεί πρώτιστη προτεραιότητα η προστασία της ψυχικής και σωματικής υγείας των παιδιών και η διανοητική και συναισθηματική εξέλιξή τους, η προσοχή ρίχνεται στις αθλοπαιδιές, σε μια τυφλή πειθαρχία και το οικονομικό κέρδος της επιχείρησης. Στρατιωτάκια, αγέλαστα, αμίλητα, ακούνιστα… Ήδη τα λυπότανε τα παιδάκια, χωρίς την Ζησοπούλου, ποιος θα προσπαθήσει να διεκδικήσει τα δικαιώματά τους, να τους φερθεί με την θέρμη που χρειάζονται και να προσπαθεί να ανατρέψει τις αναχρονιστικές απόψεις της διευθύντριας; Οι γονείς; Αυτοί είναι υπερευτυχείς που βρήκαν που να δώσουν τα παιδιά τους όσο δουλεύουν. Τρέχουν βλέπεις σαν όλους μας για να επιβιώσουν. Και ο ένας δουλεύει για τα λεφτά, ο άλλος για την αίσθηση ότι κάνει κάτι που τον προκαλεί διανοητικά, μερικοί για να ξεφύγουν από τα ίδια και τα ίδια της οικογένειας και άλλοι γιατί νιώθουν ότι αυτό που παράγουνε ή που προσφέρουνε στην κοινωνία έχει κάποιο μεγαλύτερο νόημα. Και αν τα παιδιά τα ίδια εκφράσουν στους γονείς την δυσαρέσκειά τους για τις απαράδεκτες μεθόδους, οι γονείς θα το ονομάσουν φάση που θα περάσει ή ότι ψάχνουν απλά τα όριά τους και δεν θα του δώσουν σημασία μέχρι να είναι πολύ αργά. Γιατί τα παιδιά θα τα έχουν τότε σπάσει, θα τους έχουν περάσει στον μυαλό ότι η έλλειψη της ελευθερίας και η συνέπεια χωρίς νόημα και με κάθε κόστος είναι το κανονικό και άντε να διορθωθεί τέτοια διαστρεβλωμένη εικόνα της πραγματικότητας αργότερα.”
Όταν θα έπαιρνε την Κατερίνα από την Γιάννα έπρεπε οπωσδήποτε να την ρωτήσει αν θυμάται πως ήταν η εποχή στο νηπιαγωγείο…

Κοίταξε το ρολόι της μπαίνοντας στο αυτοκίνητο. Είχε δυο ώρες ακόμα.
Ενημέρωσε αλήθεια κανείς τους γονείς της Ζησοπούλου; Δεν θυμότανε αν διάβασε σχετικό σχόλιο στο φαξ.
“Όποιος δεν έχει μυαλό πρέπει να έχει πόδια ή κινητό” είπε κοροϊδευτικά στον εαυτό της.
Επειδή δεν σκέφτηκε να πάρει μαζί της το φαξ φεύγοντας από το γραφείο, έπρεπε πάλι να τηλεφωνήσει στον καλό της άγγελο στο αστυνομικό τμήμα και να του ζητήσει να διαβάσει το περιεχόμενο του φαξ για να της απαντήσει. O καλός της άγγελος ήταν ακόμα εκεί και την ενημέρωσε πως ναι, κάποιος από την τροχαία ειδοποίησε τους γονείς της για την αναγνώριση. Ζήτησε το όνομα του μηχανικού αυτοκινήτων της Ζησοπούλου, μήπως μπορούσε να βρει την διεύθυνση του συνεργείου; Μπορούσε και της έδωσε, ήτανε στην Άνω Γλυφάδα. Μήπως μπορούσε να της πει σε ποιόν ανήκουν κάποια τηλέφωνα; Μπορούσε και θα έψαχνε. Γίνεται μέχρι αύριο; Κανένα πρόβλημα θα της άφηνε μια λίστα στο γραφείο. Του έδωσε τα 10 νούμερα που είχε σημειώσει από την μνήμη του τηλεφώνου της Ζησοπούλου και ευχαρίστησε εκ των προτέρων για τον χρόνο και την βοήθειά του.

Ο καλός της άγγελος ήταν ένας συνάδελφος ο οποίος είχε παρευρεθεί χωρίς ιδιαίτερο ρόλο, απλά ως μάρτυρας, στις ανακρίσεις μιας σχετικά πρόσφατης υπόθεσής της. Ερευνούσε τότε εκείνη τα αίτια θανάτου ενός κριτικού γαστρονομίας, το πτώμα του οποίου βρέθηκε στο πάρκο από ένα συνταξιούχο, ή σωστότερα από τον σκύλο του συνταξιούχου, ακουμπισμένο σε ένα θάμνο, με μια πληγή στην κοιλιά, χωρίς ταυτότητα ή άλλα προσωπικά αντικείμενα. Το μοναδικό ίχνος ήταν ένα ασημένιο κουταλάκι γλυκού με υπόλοιπα τούρτας αμυγδάλου που βρέθηκε στην τσέπη του σακακιού του πτώματος. Από την μέρα που η Ρίζου έκλεισε την υπόθεση συλλαμβάνοντας την δολοφόνο, μια απείρως πικραμένη και τραγικά άτυχη ζαχαροπλάστρια που είχε κερδίσει ένα βραβείο για την τούρτα αμυγδάλου της, άρχισε να ενδιαφέρεται και να ασχολείται περισσότερο με την ζαχαροπλαστική και την μαγειρική γενικότερα.

Ο συνάδελφος είναι πέντε χρόνια νεότερος στην δουλειά, αλλά χιλιάδες φορές πιο ικανός σε εκείνα τα θέματα που απαιτούν να χρησιμοποιηθούν οι υπολογιστές ή και το ίντερνετ προκειμένου να μαζευτούν στοιχεία σαν και αυτά που χρειάζεται στην προκειμένη περίπτωση.
Εκείνος λοιπόν είναι ο καλός της άγγελος και εκείνη η καλή του νεράιδα.
Δεν είναι μονόδρομος η βοήθεια μεταξύ τους και αυτό χαροποιεί την Ρίζου αφάνταστα. Έτσι πως κάποτε την βοήθησε ο πρώτος προϊστάμενός της, νιώθει πως μπορεί τώρα να δώσει με την σειρά της κάτι από τις εμπειρίες της, από την μεθοδικότητά της ίσως, στον νεότερο συνάδελφο…

“Τι βολικό κε Μηχανικέ, να είστε τόσο κοντά στο νηπιαγωγείο και να μπορώ να σας κάνω μια επισκεψούλα στα γρήγορα. Πώς λεγόταν το ονοματάκι είπαμε;” αναρωτήθηκε. Ξανακοίταξε το χαρτάκι με τις σημειώσεις της. Το παρκαρισμένο αυτοκίνητο μπροστά από το δικό της δεν ήταν πλέον εκεί, άναψε την μηχανή, έβαλε φλας προς τα αριστερά, οδήγησε νοερά την διαδρομή προς Άνω Γλυφάδα, θα ανέβαινε την Λεωφόρο Βουλιαγμένης, και ξεκίνησε.

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.