Σάββατο 7.30πμ

Το ξυπνητήρι έδωσε ένα ξαφνικό τέλος στον ύπνο της Μαρίας Ρίζου. Κρίμα γιατί κάτι ωραίο μάλλον ονειρευότανε ακριβώς εκείνη την στιγμή που έφτασε αυτός ο απαίσιος ήχος στα αυτιά της και της αφαίρεσε με μιας το χαμογελο που είχε ζωγραφιστεί στα κοιμισμένα χείλη της. Σηκώθηκε, έκανε ένα ντουζ προκειμένου να ξυπνήσει, έφτιαξε τον πρωινό καφέ, έφαγε ένα μπωλ δημητριακά με γάλα και άφησε ένα σημείωμα στο τραπέζι της κουζίνας πριν φύγει για το αστυνομικό τμήμα.

Καλημέρα Κατερινάκι, δεν μου έκανε καρδιά να σε ξυπνήσω. Αφού τελειώσεις με το πρωινό βαλε σε παρακαλώ το γάλα και το βούτυρο στο ψυγείο, τα υπόλοιπα τα μαζεύω εγώ, και κατέβα κάτω στης Ειρήνης. Κατά τις 10 η ώρα θα έρθει και η ανιψιά της για να πάτε παρέα στον ζωολογικό κήπο.

Επάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή μέσα στο γραφείο της βρήκε η επιθεωρητής την λίστα με τα ονόματα και τις αντίστοιχες διευθύνσεις που είχε ζητήσει από τον καλό της άγγελο.
Στοιχεία για 10 νούμερα συνολικά, για τις 5 εισερχόμενες και 5 εξερχόμενες κλήσεις. Τόσες όσες βρισκόντουσαν καταχωρημένες στην μνήμη της συσκευής του τηλέφωνου του θύματος.
Τα νούμερα ήταν σχεδόν όλα από την Αθήνα, άλλα υπήρχε και ένα με τον κωδικό 22210, που όπως είδε στην λίστα ήταν από την Χαλκίδα και ένα άλλο από το εξωτερικό.
Αναγνώρισε την διεύθυνση του νηπιαγωγείου η οποία ήταν καταχωρημένη για μια από τις εισερχόμενες κλήσεις.
Τα άλλα τέσσερα νούμερα ανήκαν σε ένα Κώστα Μιχαηλίδη, ένα Θεόδωρο Νικολόπουλο, τον Αντώνη Μάρκου, μια Νίκη Ιωσήφ και ένα Λευτέρη Ζησόπουλο.
Από την τηλεφωνική συσκευή της Ζησοπούλου είχε κληθεί το συνεργείο του Αριστοτέλη Μαύρου, το δικηγορικό γραφείο ενός Βασίλη Παπά, το κινητό μιας Κωσταντίνος Ζησοπούλου, μια Σοφία Βλάσση και μια Ingrid Miller με διεύθυνση στο Wülfrath, σε μια άγνωστη για αυτήν πόλη, στην Γερμανία.

-Έχουμε και λέμε, άρχισε η Ρίζου μιλώντας δυνατά προκειμένου να αξιολογήσει τα δεδομένα.
Ο Λεφτέρης και η Κωνσταντίνα Ζησοπούλου είναι οι γονείς του θύματος. Ο Αντώνης Μάρκου, ο ξάδελφος που την πίεζε να πουλήσουν το οικόπεδο. Η Νίκη Ιωσήφ, η φίλη για το σινεμά. Ο Αριστοτέλης Μαύρος, ο μηχανικός.
Με βάση την σειρά με την οποία καταχωρήθηκαν τα νούμερα ο Κώστας Μιχαηλίδης θα πρέπει να ήταν ο γνωστός από το Internet.
O Θεόδωρος Νικολόπουλος ήταν μάλλον αυτός που την ονόμασε μωρό μου και είχε το νούμερο στην Χαλκίδα.
O Βασίλης Παπάς…
Που το είχε ακούσει αυτό το όνομα; Ξεφύλλισε τον φάκελο με το φαξ και τις σημειώσεις που είχαν μαζευτεί μέχρι τώρα. Ήταν ο δικηγόρος του Αντώνη Μάρκου.
Σήκωσε την συσκευή του τηλεφώνου, σχημάτισε το νούμερο του Βασίλη Παπά. Μετά τον τέταρτο χτύπο μπήκε σε λειτουργία ο αυτόματος τηλεφωνητής. Έκλεισε, χωρίς να αφήσει μήνυμα.
Πήρε τον μηχανικό αλλά και εκεί μόνον τον αυτόματο βρήκε.
“Μα καλά μόνον εγώ δουλεύω τα Σάββατα;” αναρωτήθηκε η Ρίζου.

Δοκίμασε το νούμερο πρώτα της Νίκης Ιωσήφ και μετά του Κώστα Μιχαηλίδη, καμία απάντηση.

Πήρε τον Νικολόπουλο στην Χαλκίδα. “Επιτέλους” σκέφτηκε, όταν μια ανδρική φωνή απάντησε στο τηλέφωνο. Ανέφερε τον βαθμό της και ότι ήθελε να του κάνει κάποιες σημαντικές ερωτήσεις σχετικά με την κα Ζησοπούλου.
-Συνέβη τίποτε στη Δήμητρα; ρώτησε ο Νικολόπουλος. “Προσπαθώ από προχθές να την πιάσω και δεν την βρίσκω.

-Κε Νικολόπουλε, λυπάμαι αλλά η Δήμητρα Ζησοπούλου είχε ένα αυτοκινητικό δυστύχημα. Χρειάζομαι την κατάθεση σας, απλή ρουτίνα, μήπως μπορείτε να κατέβετε κατά την διάρκεια του Σαββατοκύριακου στην Αθήνα;
-Δυστύχημα…; Δηλαδή η Δήμητρα είναι νεκρή;… Που, πότε; Θεέ μου… Δυστυχώς, εφημερεύω αυτό το Σαββατοκύριακο, δεν μπορώ να φύγω.

-Τότε θα έρθω εγώ, αύριο στις 2 η ώρα; Που θα είστε;
-Στην Καλωδιακή Γέφυρα της Χαλκίδας. Στο πάρκιν μετά την γέφυρα από την πλευρά της Χαλκίδας…Θεέ μου, το ξέρουν οι γονείς της;

-Ναι τους ειδοποίησε η τροχαία, αύριο στις 2;
-Ναι, ναι… στις δυο… και έκλεισε ασυναίσθητα το τηλέφωνο.

Κοίταξε ξανά την λίστα της. Η διεύθυνση της Σοφίας Βλάσης ήταν και εκείνη στην Γλυφάδα. Mένανε σχετικά κοντά με την Ζησοπούλου. Πήρε τηλέφωνο χωρίς να περιμένει να βρει κανένα. Η Βλάσση όμως βρισκότανε στο σπίτι. Έπρεπε να βιαστεί αν ήθελε να μιλήσουν πρόσωπο με πρόσωπο, σε μιάμιση ώρα πιάνει δουλειά.

Η Ρίζου πήρε παραμάσχαλα τον φάκελο της υποθέσεως Ζησοπούλου, έκλεισε την πόρτα του γραφείου πίσω της και προχώρησε με γρήγορο ρυθμό προς την έξοδο του κτιρίου. Υπολογιζε ότι χρειαζοταν μισή ώρα αν ο δρόμος ήταν ανοιχτός.

Η Βλάσση έμενε σε μια κάθετο της κεντρικής οδού της Γλυφάδας, σε μια από αυτές τις λίγες παλιές μονοκατοικίες που είχαν μείνει ακόμα και δεν είχαν μετατραπεί σε πολυώροφα κτίρια με μαγαζιά ή γραφεία. Ο κήπος ήταν λίγο παραμελημένος και δεν θα έβλαπτε να έβαφε κάνεις τα κάγκελα ή τους εξωτερικούς τοίχους του κτιρίου. Της έδινε όμως μια αίσθηση χαμένου παράδεισου, έτσι που ήταν, με τα δυο του τα πατώματα, τις πέτρινες επενδύσεις, την ορατή για όλους ηλικία του, περήφανο για αυτή, προστατευμένο με ψιλά πεύκα και ευκάλυπτους από τα άλλα μοντέρνα κτίρια και την φασαρία της πόλης.

Άνοιξε το πορτάκι της αυλής, χαμογέλασε όταν το άκουσε να τρίζει, διέσχισε τον μπροστινό κήπο και ανέβηκε τα τρία σκαλιά που κατέληγαν στην πόρτα της εισόδου.

-Καλημέρα, της είπε μια νέα γυναίκα ανοίγοντας την πόρτα χωρίς να προλάβει να χτυπήσει το κουδούνι.
Είστε από την αστυνομία; Περάστε, όπως σας είπα πρέπει να φύγω σύντομα, σε τι μπορώ να σας βοηθήσω;

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.