-Τί μπορείτε να μου πείτε σχετικά με τον Θεόδωρο Νικολόπουλο; συνέχισε με τις ερωτήσεις της η επιθεωρητής Ρίζου.
-Τί να σας πω…, δίστασε να απαντήσει η μητέρα της Δήμητρας Ζησόπουλου. Δεν μου έλεγε και τίποτε για τα προσωπικά της θέματα. Δεν ξέρω από πότε γνωρίζονταν ακριβώς, αλλά είναι πάνω από μισό χρόνο. Δεν έτυχε να τον συναντήσω. Μένει στην Χαλκίδα. Είναι πολιτικός μηχανικός ή κάτι παρόμοιο. Από ότι γνωρίζω κάποια Σαββατοκύριακα πήγαινε η Δήμητρα να τον δει, άλλα ερχόταν εκείνος. Σχέση εξ αποστάσεως. Γνωριστήκανε νομίζω μέσω του ίντερνετ. Την ρώτησα πως τα πάνε, αν είναι ευχαριστημένη και εκείνη πάντα απαντούσε, προχωράμε. Τώρα αυτό τι σήμαινε μόνον εκείνη ήξερε. Την ρώτησα, πότε θα τον γνωρίσουμε το Θοδωρή, και αν βάζουν προοπτική για γάμο και μου έλεγε, όλα με την ώρα τους, κάτσε να γνωριστούμε εμείς πρώτα. Δεν ξέρω αν εκείνη δεν πίστευε στην σχέση ή αν εκείνος της έκανε δυσκολίες. Λυπάμαι δεν είμαι σε θέση να σας βοηθήσω σε αυτό το θέμα. Αν ζούσε ο πατέρας θα μπορούσε να σας απαντήσει οποιαδήποτε ερώτηση. Η Δήμητρα όλα μα όλα τα συζητούσε με εκείνον.

-Σας ευχαριστώ, με βοηθήσατε πάρα πολύ, είπε η Ρίζου όταν συνειδητοποίησε ότι τελείωσαν οι ερωτήσεις της.
A πριν το ξεχάσω… Πώς είναι ο σύζυγος;
-Κανονίζει τα διαδικαστικά της ταφής. Η γραμματέας του ιατροδικαστή μας ενημέρωσε σήμερα το πρωί ότι μπορούμε να πάρουμε την Δημητρούλα. Η κηδεία θα γίνει την Τρίτη το πρωί και είναι ακόμα πολλά που πρέπει να οργανωθούν. Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον.

-Τα συνηθισμένα; ρώτησε ο σερβιτόρος.
-Nαι αλλά για ένα άτομο, παρακάλεσε η Μαρία Ρίζου γιατί δεν είχε λάβει ακόμα απάντηση στο μήνυμα που είχε στείλει στον Γιώργο.

Όσο περίμενε να της φέρουνε tagliatelle σε σάλτσα με mascarpone και καπνιστό σολομό προσπαθούσε να θυμηθεί πότε είχανε έρθει την τελευταία φορά σε αυτό το ιταλικό εστιατόριο. Ήταν δύσκολο. Με τα τόσα που συμβαίνουν στην δουλειά κάθε μέρα, με τα θέματα της Κατερίνας φάνταζαν πράγματα που συνέβησαν πριν 2 ή 3 εβδομάδες ήδη τόσο μακριά στο παρελθόν. Παράτησε την προσπάθεια. Τί και αν τελικά κατάφερνε να υπολογίσει την ημερομηνία; Το πιο πιθανό ήταν να της χάλαγε το κέφι, γιατί θα βεβαιωνόταν ότι είχε περάσει πραγματικά πολύς καιρός.

Ο σερβιτόρος της έφερε ένα ποτήρι με bitterino και τα συνήθη ψωμάκια από ζύμη πίτσας.
Ήπιε μια γουλιά από το κόκκινο αναψυκτικό και πήρε μηχανικά ένα από τα ψωμάκια. ακόμα ζεστό και μοσχομυριστό… αναθεώρησε και το άφησε πάλι πίσω στο καλαθάκι του. Ξέχασε να πει, ότι δεν θα τα χρειαστεί. Δεν ήθελε να χορτάσει την πείνα της με αυτά. Αφού δεν θα έτρωγε με παρέα, ας απολάμβανε τουλάχιστον το φαγητό. Κοίταξε τους περαστικούς έξω στο δρόμο, βιαστικοί με συννεφιασμένα πρόσωπα, χαμένοι στις σκέψεις τους. Είναι όλοι τους άραγε τόσο δυστυχείς όσο φαίνονται, ή άπλα νομίζουν ότι δεν αξίζει να χαμογελάνε για αγνώστους; Η Ζησοπούλου τα είχε όλα και ήταν δυστυχής. Δε κρυβόταν η δυστυχία της παρόλα τα ταξίδια, παρόλες τις δραστηριότητες, παρόλα τα χαμόγελα στις φωτογραφίες. Αναρωτιόταν πώς θα ήτανε αν είχε γνωρίσει ποτέ κάποιον από τους δικούς της παππούδες. Θα είχανε μια στενή σχέση ή θα φερόταν και εκείνη σαν τον Αντώνη Μάρκου, όταν θα έφταναν στο σημείο να έχουν την ανάγκη της; Θα τους αγαπούσε, θα την αγαπούσαν ή θα συνυπήρχαν απλώς ως συγγενείς; Τυχαία ενωμένοι από το αίμα, χωρίς άλλα κοινά στοιχεία ή ενδιαφέροντα; προσπαθούσε να ανακαλέσει στην μνήμη της την γιαγιά της. Μια δυναμική περήφανη γυναίκα, κόρη γουναρά από την Καστοριά, να μην θέλει να πάει στο Παρίσι στα 14 της με τους γονείς της, γιατί το νόμιζε χωριό, σε αντίθεση με την Λειψία όπου είχε ταξιδέψει ήδη αρκετές φορές, στα 20 παντρεύτηκε, γέννησε 5 παιδιά, 4 από αυτά τα μεγάλωσε, ένα πέθανε μωρό, δουλειά εκτός και εντός σπιτιού, 45 χρόνια στο πλευρό του άνδρα της, 12 χρόνια μετά το θάνατό του ο δεύτερος γάμος, χήρα για δεύτερη φορά μετά από 5 χρόνια, ενδιάμεσα ταξίδια στα ανίψια της στην Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Αμερική, αφόβητη, να ονομάζει πουλάκι μου όσους αγαπούσε, να βρίζει αστειευόμενη στα γαλλικά, να λέει ξανά και ξανά τα ίδια ανέκδοτα, να μικραίνει ολοένα όσο περνούσανε τα χρόνια, προς το τέλος της ζωής της όλη την μέρα στην ίδια θέση στην πολυθρόνα, να κάνει μπάνιο με κρύο νερό για να μην κάνει έξοδα όταν βρισκόταν κάπου αλλού, να κρύβει τα περιτυλίγματα από τα σοκολατάκια στις τσέπες της, να επιμένει στο τηλέφωνο ότι δεν ακούει, παρόλο που και καρφίτσα στα άχυρα να έπεφτε θα την άκουγε, να χτενίζει τα κοντά άσπρα μαλλάκια της…

“Αχ γιαγιά, είχες άραγε σκεφτεί στα δεκατέσσερά σου χρόνια και πώς θα είσαι στα ογδόντα τέσσερα;” αναρωτήθηκε η Ρίζου.
“Γεννήθηκες κατά την διάρκεια του βαλκανικού πολεμου, είδες τους πρόσφυγες από την καταστροφή της Μικράς Ασίας, παντρεύτηκες έναν από αυτούς, έζησες επί Βασιλέα, την Δικτατορία του Μεταξά, τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, πείνασες στην κατοχή, πλανήθηκες μη αναγνωρίζοντας τους θύτες και τα θύματα του εμφυλίου μετά την απελευθέρωση, φοβήθηκες τους συνταγματάρχες, δάκρυσες στην επιστροφή της Δημοκρατίας, όχι από χαρά, αλλά από θλίψη με την ιδέα του εκθρονισμού του Βασιλιά.”

Σε πολλά δεν συμφωνούσε η Ρίζου με την γιαγιά της, στα πολιτικά, στις μεθόδους της περί οικονομίας, σε αυτά που έλεγε για το ρόλο της γυναίκας ή των αντρών στην κοινωνία, αλλά ποτέ δε θα ξεχνούσε τον δυναμισμό, το κουράγιο, το χιούμορ της και την αίσθηση που έδινε ότι ήταν ικανοποιημένη με την ζωή της.
“Εις ανάμνησή σου” είπε κοιτάζοντας προς τα πάνω και ήπιε άλλη μια γουλιά από το bitterino.

-Συγνώμη που άργησα… ακούστηκε μια λαχανιασμένη ανδρική φωνή από δεξιά της. Μην ανησυχείς, ήδη ενημέρωσα τον σερβιτόρο να φέρει και για μένα μια από τα συνηθισμένα. Σε ξάφνιασα; Συγνώμη, λοιπόν όμορφο μου μελαχρινό τί νέα;

-Συνεχιζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικης ιστοριας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.