-Πόσους υπάλληλους έχετε στο συνεργείο κε Μαύρε; ρώτησε η επιθεωρητής Ρίζου.
-Κανονικά είμαστε 4 άτομα. Εγώ, ο ανιψιός μου και δυο άλλοι πιτσιρικάδες που με βοηθάνε, άλλα ένας από αυτούς πήγε πριν λίγους μήνες στο στρατό και έχουμε μείνει τρεις.

-Και ποιος ασχολήθηκε με το αυτοκίνητο;
Μια καυτή υγρή μάζα εξαπλώθηκε σε χρόνο μηδέν στα διπλώματα του εγκεφάλου του Αριστοτέλη Μαύρου. Ο μηχανικός αυτοκινήτων είχε την εντύπωση ότι άκουγε τον χτύπο της καρδιάς του στους κρόταφούς του, εκεί που κυλούσε ζεστό, σχεδόν κοχλάζον, το αίμα στις αρτηρίες. Δεν του άρεσε καθόλου αυτή η ερώτηση.
-Τον έλεγχο τον έκανα εγώ, τα ανταλλακτικά τα μοντάρισε ο ανιψιός μου.

-Ελέγξατε το αυτοκίνητο ξανά πριν το πάρει η Ισόπαλου; Ήταν τα ανταλλακτικά σωστά αναρτημένα;
-Όλα ήταν εντάξει.

-Και το σωληνάκι των φρενών αλλαγμένο;
-Ναι, σας είπα. Όλα εντάξει.

-Θέλω να μου δώσετε μια λίστα αυτών που ελέγξατε, τα στοιχεία των ανταλλακτικών που χρησιμοποιήσατε, μαζί με το όνομα και την διεύθυνση του προμηθευτή σας. Α και μην το ξεχάσω τα ονοματεπώνυμο του πιτσιρικά.
Που θα βρω τον ανιψιό σας;
-Μπορώ να σας δώσω την διεύθυνση του σπιτιού του, αλλά δεν θα τον βρείτε εκεί. Έφυγε σήμερα το μεσημέρι με την φίλη του για την Αίγινα. Θα περάσουν εκεί το τριήμερο.

-Τότε να μου δώσετε και το νούμερο του κινητού του.

Ο Αριστοτέλης Μαύρος προσπάθησε να μην δείξει την ταραχή που του προκάλεσαν οι ερωτήσεις της επιθεωρητή. Εκτύπωσε την αναλυτική λίστα των εργασιών που έγιναν στο αυτοκίνητο της Ζησοπούλου, πρόσθεσε ιδιόχειρα τα στοιχεία του προμηθευτή, του πιτσιρικά, όπως τον έλεγε και του ανιψιού του.
Η Ρίζου δεν χρειαζόταν να έχει γνώσεις ψυχολογίας για να αναγνωρίσει στον απότομο τρόπο γραφής του Αριστοτέλη Μαύρου ότι κάτι προσπαθούσε να κρύψει. Αναρωτιότανε τι να ήταν αλήθεια αυτό και αν είχε να κάνει άμεσα ή έμμεσα με το δυστύχημα της Ζησοπούλου.

-Κατερίνα… άρχισε η Ρίζου καθαρίζοντας ένα μανταρίνι, θέλω να σε ρωτήσω κάτι.

Η Κατερίνα Ρίζου ακόμα πάλευε να τελειώσει το βραδινό της. Κοκκινιστό της κατσαρόλας με ρύζι. Πάντα ήταν δύσκολη στο φαγητό, αλλά τις τελευταίες μέρες είχε χειροτερεύσει πολύ η κατάσταση. Άμα κανείς την άφηνε να τρώει ότι ήθελε θα την έβγαζε μόνον με ψωμί και σοκολάτα.
-Τι είναι; απάντησε υπερευτυχής που την δινότανε ένας λόγος να στρέψει κάπου αλλού την προσοχή της από το φαγητό.

-Πώς ήτανε αλήθεια όταν πήγαινες στο νηπιαγωγείο;
-Στο νηπιαγωγείο; Πως το θυμήθηκες;

-Αναρωτιόμουνα, αν θυμάσαι τι κάνατε εκεί, αν πήγαινες ευχαρίστως, πως φερόντουσαν οι νηπιαγωγοί, αν τις συμπαθούσες.
Όταν ήσουν μικρή, σε είχα ρωτήσει, αλλά ίσως να μη σε είχα πάντα καταλάβει σωστά, τώρα μπορείς να εκφραστείς καλύτερα.
Λοιπόν θυμάσαι τίποτε;
-Τί να σου πω…; Το μόνον που θυμάμαι είναι εκείνη η γιορτή της Αποκριάς. Το νηπιαγωγείο είχε αγοράσει διαφορετικά κουστούμια ζώων. Μια τίγρη, μια ζέβρα, ένα λιοντάρι, ένα πάνθηρα, και δεν θυμάμαι πλέον τι άλλο. Εγώ λοιπόν με την Γιάννα μια μέρα πριν την γιορτή πήγαμε στο δωμάτιο με τα κουστούμια στα κρυφά και τα δοκιμάσαμε. Όμως επειδή μας ήταν μακριά, αποφασίσαμε να τους κόψουμε τα μπατζάκια στο σωστό ύψος. Πήραμε λοιπόν η κάθε μια ένα ψαλίδι και σναπ εδώ, ωχ στραβό μας βγήκε, για να το διορθώσουμε, σναπ εκεί, πετσοκόψαμε τελικά τα πιο πολλά από τα κουστούμια.
Όταν καταλάβαμε τι κάναμε, τρέξαμε με κλάματα στα ματιά στην κα Δέσποινα. Την θυμάσαι την κα Δέσποινα;

-Η κα Δέσποινα ήταν η διευθύντρια.

-Λοιπόν, η κα Δέσποινα θυμάμαι, χρειάστηκε πολλή ώρα και πολλή υπομονή, μέχρι να τα καταφέρει να ηρεμήσουμε και να μπορέσουμε να της πούμε τι συνέβη. Μας πήρε και πήγαμε και οι τρεις να δούμε τα κουστούμια, τα κοίταξε προσεκτικά, εμείς ξαναρχίσαμε να κλαίμε γιατί βλέπαμε για άλλη μια φορά τι προκαλέσαμε και το μόνο που μας είπε ήταν…
Δεν πειράζει, άλλωστε ήταν πολύ μακριά και θα σας ενοχλούσαν στο παιχνίδι. Την επόμενη μέρα ήταν όλα κομμένα στην μέση και φτιαγμένα σαν μπουφάν με ζώα.

H Μαρία Ρίζου χαμογέλασε ικανοποιημένη και άφησε το τελευταίο κομμάτι μανταρινιού δίπλα στο γεμάτο ακόμα πιάτο της Κατερίνας.

-Ελάχιστες βιταμίνες για μετά το φαγητό, είπε και είδε την κόρη της να γυρίζει αδιάφορα τα μάτια της.

-Συνεχίζεται-

ΥΓ. H ιστορία και τα πρόσωπα της αστυνομικής ιστορίας είναι φανταστικά και ουδεμία ομοιότητα έχουν με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας.