«Λυπάμαι επιθεωρητά, αλλά οι επισκευές δεν έχουν νόημα για ένα αυτοκίνητο τέτοιας ηλικίας και με τα χιλιόμετρα που έχει κάνει. Καλό θα είναι να αρχίσετε να κάνετε σκέψεις για το πως θα το αντικαταστήσετε. Άμα θέλετε μπορούμε να σας δώσουμε ένα υπηρεσιακό μέχρι να αποφασίσετε τί θα κάνετε με το δικό σας, για να δω, τί είναι ελεύθερο αυτή την στιγμή…» είπε ο υπάλληλος του τεχνικού τμήματος της αστυνομίας καθώς διάβαζε μια λίστα. Η Μαρία Ρίζου προτίμησε να φέρει το polo της στην σήμανση αντί στο συνεργείο. Σκέφτηκε πως οι συνάδελφοι είχαν τις απαραίτητες γνώσεις να την πληροφορήσουν για την πραγματική κατάστασή του και δεν είχαν κίνητρο να θέλουν να την παρακινήσουν σε μια καινούργια αγορά, αν αυτή δεν ήταν απολύτως απαραίτητη. Αναρωτήθηκε που θα έπρεπε να πάει να κοιτάξει άμα πραγματικά θα χρειαζόταν να αγοράσει ένα άλλο αυτοκίνητο. Το όνομα του Αριστοτέλη Μαύρου ήρθε πρώτο στο μυαλό της, ενός μηχανικού με μάντρα πωλήσεων και αγορών αυτοκινήτων που είχε γνωρίσει ερευνώντας τις συνθήκες και τα αίτια του θανάτου μιας νηπιαγωγού. Δεν τον είχε σε καλή ανάμνηση. Ναι μεν δεν ήταν αυτός ο δολοφόνος αλλά η άρνησή του να συνεργαστεί για την διαλεύκανση της υπόθεσης, καθώς και κάποια άλλα μικρότερα «παραπατήματά» του, που ενδιέφεραν την αστυνομία οικονομικών εγκλημάτων, την έκαναν να μην τον πολυσυμπαθεί. Από την άλλη όμως, better the devil you know, θύμισε στον εαυτό της. Σίγουρα δεν θα τολμούσε να την γελάσει. Ποιός θα ήταν τόσο ηλίθιος και θα προσπαθούσε να γελάσει ένα αστυνομικό; Πόσο μάλλον κάποιος που την είχε γνωρίσει κατά την διάρκεια μιας υπόθεσης, είχε υποστεί την ανάκρισή της και ήξερε ότι θα μπορούσε να έβαζε την σήμανση να ελέγξει το αυτοκίνητο για να σιγουρευτεί ότι δεν υπήρχε το ελάχιστο πρόβλημα. Ναι έτσι θα έκανε, όσο το σκεφτότανε τόσο πιο σίγουρη γινόταν για την ορθότητα της απόφασής της. Πήρε τα κλειδιά ενός Opel Vectra που της πρότειναν και κατευθύνθηκε προς το γραφείο της. Ήταν περίεργη τί θα μάθαινε από την τροχαία για την κάτοχο του Chrysler.
«Καλημέρα, επιθεωρητής Ρίζου στο ακουστικό, όλα καλά με την κάτοχο του αυτοκινήτου που σας ζήτησα να ελέγξετε;» ρώτησε.

«Πώς; Α ωραία. Σας ευχαριστώ πολύ και καλή σας μέρα» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.
Το όνομα και η διεύθυνση συμπίπταν λοιπόν με αυτά από την κάρτα της γυναίκας. Η Ρίζου αναρωτιόταν τί θα έπρεπε να κάνει. Κανονικά αφού προκάλεσε ένα ατύχημα με υλικές ζημιές θα έπρεπε να ενημερώσει την ασφάλεια. Η Βασιλική Λέκα, έτσι λεγόταν η ιδιοκτήτρια του Chrysler, της πρότεινε λεφτά, αναγνώρισε με αυτόν τον τρόπο ότι για το ατύχημα ήταν εκείνη υπεύθυνη. Άμα η ασφάλεια όμως το μάθαινε θα της ανέβαζε τα ασφάλιστρα, άσε που τα έξοδα του Chrysler θα τα πλήρωνε όλα μόνη της. Το καινούργιο αυτοκίνητο έτσι και αλλιώς.
Αν όμως δεν το δήλωνε, αν συνεννοούνταν με την Λέκα χωρίς ασφάλειες ίσως βρίσκανε μια πιο οικονομική λύση. Επέλεξε να την πάρει τηλέφωνο. Σχημάτισε το νούμερο και το άφησε να χτυπήσει 8 φορές. Έκανε την κίνηση να το κλείσει όταν άκουσε μια ανδρική φωνή να απαντά… «Επιθεωρητής Τίμος Κωσταντινίδης, Εγκληματολογικό Αθήνας ποιός είναι στο ακουστικό;»
«Τίμο εσύ; … Πώς; Η Μαρία είμαι, Μαρία Ρίζου, με την Βασιλική Λέκα ήθελα να μιλήσω. Συνέβη τίποτε;» απάντησε εντελώς σαστισμένη στον «καλό της άγγελο».
Έτσι ονόμαζε τον συνάδελφο Τίμο Κωσταντινίδη, ένα από τους αστυνομικούς του τμήματος στο οποίο δούλευε και με τον οποίο συνεργαζόταν συχνά και ευχαρίστως.
«Μαρία… τί έκπληξη… την ήξερες την οικογένεια; Λυπάμαι αλλά η Βασιλική Λέκα είναι νεκρή μαζί με δύο από τα παιδιά της. Μας καλέσαν οι γείτονες γιατί ακούσανε πυροβολισμούς και κραυγές. Μήπως μπορείς να έρθεις; Το τρίτο παιδί της κατάφερε να κρυφτεί σε μια ντουλάπα, αλλά έχει πάθει, όπως είναι φυσικό, σοκ και δεν μας αφήνει να το αγγίξουμε ή να το εξετάσει η γιατρός. Θα μπορούσες εσύ, να μας βοηθήσεις; Ίσως εσύ ως μητέρα να μπορείς να βρεις τρόπο να επικοινωνήσεις μαζί του. Τί λές;»
«Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί» είπε η επιθεωρητής Ρίζου, σηκώθηκε από την καρέκλα του γραφείου της, έλεγξε τα κλειδιά του opel στην τσέπη της και ήλπισε να μην χασομερήσει ψάχνοντάς το ανάμεσα στα άλλα παρκαρισμένα αυτοκίνητα της αστυνομίας μπροστά στο τμήμα.

Το παιδί, ένα ξανθό και όμορφο αγοράκι 6 χρονών, βρισκόταν ακόμα στο παιδικό δωμάτιο. Κανείς δεν τόλμησε, ή μήπως δεν τα κατάφερε να το βγάλει έξω, και έτσι καθόταν κρατώντας σφιχτά αγκαλιασμένα τα πόδια προς το σώμα του μέσα στην ανοιχτή ντουλάπα, ανάμεσα στα ρούχα που πέφταν αριστερά και δεξιά του και κοιτούσε χλωμό και αμίλητο τα γόνατά του. Η θέα του έκανε την καρδιά της Μαρίας Ρίζου να σφιχτεί. Πάντα είχε πρόβλημα να αντιμετωπίσει την βία και το έγκλημα αν αυτό κατευθυνότανε σε ανυπεράσπιστα παιδιά, αλλά από τότε που έγινε μητέρα μιας πανέμορφης μικρής, της Κατερινούλας της, της είχε γίνει ιδιαίτερα δύσκολο.
«Αλέξη…» άρχισε η Ρίζου με χαμηλωμένη φωνή, «μπορώ να καθίσω δίπλα σου;»
Χωρίς να απελευθερώσει τα πόδια από τα χέρια του, κούνησε το παιδί καταφατικά το κεφάλι.
Η επιθεωρητής έκανε λίγο χώρο στα ρούχα και κάθισε στα αριστερά του μέσα στην ντουλάπα.
Θα ήταν μια από την πιο δύσκολες στιγμές της καριέρας της ως αστυνομικός, αλλά ήταν διατεθειμένη να βάλει τα μέγιστα δυνατά της και να βοηθήσει το αγοράκι να ξεπεράσει αυτή την τραγική στιγμή. Όμως πως μπορούσε αλήθεια να παρηγορήσει ένα εξάχρονο που έχει χάσει τα πάντα στην ζωή του; Γιατί το παιδί είχε καταλάβει πως δεν θα ξανάβλεπε ποτέ ζωντανούς την μητέρα και τα αδέρφια του και τίποτε δεν θα ήταν πλέον το ίδιο όπως πριν.
….