Στο δρόμο προς το αστυνομικό τμήμα παρατηρούσε η επιθεωρητής Μαρίας Ρίζου τα διάφορα μοντέλα αυτοκινήτων και αναρωτιόταν ποιο από όλα ταίριαζε καλύτερα στον τύπο, τρόπο ζωής αλλά και στο πορτοφόλι της. Είδε μικρά Γιαπωνεζάκια, μεγαλύτερα Γαλλάκια, ζωηρά Ιταλάκια, σοβαρά Γερμανάκια, πομπώδη Αμερικανάκια, Ρωσόπουλα με φουτουριστικές φόρμες αλλά ανεπαρκείς μηχανές… Ήταν δύσκολη η επιλογή και παρόλο που δεν είχε καμία διάθεση έπρεπε να πάρει κάποια οπότε δεν είχε κανένα νόημα να την καθυστερεί ούτε ένα λεπτό περισσότερο. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δυσκολευόταν αλήθεια. Δεν ζητούσε πολλά από ένα αυτοκίνητο ή έτσι πίστευε τουλάχιστον. Όπως και το διαμέρισμά της, έπρεπε να είναι πρακτικό, να χωρά μάνα, κόρη και τα πράγματά τους. Α καλό θα ήταν να μπορούνε να μεταφέρουν και μια φίλη ή φίλο την Κατερίνας, να έχει κεντρική κλειδωνιά, ίσως ίσως υδραυλικό τιμόνι και σε περίπτωση που κάνει ζέστη να μπορεί να ανοίγει την συρόμενη οροφή. «Για δες», σκέφτηκε και ξαφνιάστηκε που πραγματικά άρχισε να την ενδιαφέρουν πολυτέλειες. «Μήπως τελικά έγινα και εγώ ένα με αυτούς τους ανθρώπους που επιζητούν στην κατανάλωση και υπερκατανάλωση το νόημα της ζωής;» Της ήταν σημαντικό να μην θεωρεί τον εαυτό της ως άλλο ένα πρόβατο της διαφήμισης, κάτι χωρίς δικιά του φαντασία, που αρκεί ένα προϊόν να διαφημιστεί στην τηλεόραση ή στα περιοδικά για να θεωρηθεί απαραίτητο και ανάγκη. Ανεξάρτητα τι είναι αυτό, εάν έχει να κάνει με τα ενδιαφέροντα του πιθανού αγοραστή, εάν είναι πρακτικό, αν έχει κανείς τα λεφτά για να το πληρώσει…. Ναι, δεν άφηνε την διαφήμιση να καθορίζει τις ανάγκες της, ούτε χρειαζόταν πολυτέλειες για να νιώσει ευτυχισμένη, όμως εκείνο το Chrysler της Βασιλικής Λέκα της είχε μείνει στην ανάμνηση ως ένα όμορφο μοντέλο. Θα της άρεσε ένα τέτοιο αυτοκίνητο, ξέφευγε από τα καθιερωμένα. Λίγο ρετρό, λίγο μοντέρνο, λίγο καμπύλο, με χώρο και για τις δυο τους. Ήταν άραγε και αυτό ένδειξη υπερκαταναλωτισμού; «Έλα Μαρία, μην υπερβάλεις» αυτομαλώθηκε που πάλι άρχισε να κρίνει με αυστηρά κριτήρια τον εαυτό της, χωρίς λόγο. «Aν μου το χάριζαν δεν θα έλεγα όχι, αλλά για την ώρα είναι μάλλον όνειρο φθινοπωρινής νυχτός» είπε γελώντας και ο οδηγός του διπλανού αυτοκινήτου την κοίταξε με περιέργεια γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει πως κάποιος μέσα στην χαοτική κίνηση της Αθήνας θα μπορούσε να έχει ή και να διατηρεί μια χαρούμενη διάθεση.

«Mαρία σε ευχαριστώ που μπόρεσες να έρθεις τόσο γρήγορα» είπε ο Τίμος Κωνσταντινίδης βλέποντας την συνάδελφο να μπαίνει στο γραφείο του. «Τον βρήκαμε στο σπίτι του, απαθή, ντυμένο ακόμα με τα ματωμένα ρούχα, να δουλεύει μπροστά στον υπολογιστή του λες και δεν είχε συμβεί τίποτε. Μπορείς να το πιστέψεις; Έχει περάσει μια ολόκληρη μέρα και δεν του πέρασε από το μυαλό να τα πετάξει από πάνω του. Στο συρτάρι βρήκαμε ένα πιστόλι. Τώρα που μιλάμε ελέγχει η σήμανση αν είναι το όπλο του εγκλήματος αλλά βάζω στοίχημα ένα μενού 5 πιάτων στο αγαπημένο σου ιταλικό εστιατόριο ότι τα τεστ θα βγούνε θετικά. Ήδη επιβεβαίωσε η σήμανση πως στο αριστερό του χέρι βρέθηκαν τα ίχνη που αφήνει ένα πιστόλι όταν πυροβοληθεί. Αποκλείεται λοιπόν να βρήκε το όπλο αφού κάποιος άλλος το χρησιμοποίησε και να το πήρε απλά μαζί του από τον τόπο του εγκλήματος.»
«Βρήκατε στοιχεία στο σπίτι του σχετικά με την Βασιλική Λέκα; Ή κάτι άλλο που να δείχνει εάν η πράξη ήταν προμελετημένη ή όχι;» ρώτησε ο επιθεωρητής Μαρία Ρίζου και διάλεξε για να καθίσει την αριστερή από τις δυο καφέ καρέκλες των επισκεπτών που βρισκόντουσαν μπροστά στο γραφείο. Ήθελε να είναι ενημερωμένη όσο γίνεται περισσότερο πριν συναντήσει τον Ηλία Πορφυρό δύο δωμάτια πιο μακριά όπου περίμενε κατά πάσα πιθανότητα για την ανάκριση.

«Βρήκαμε στις ραφιέρες μερικά βιβλία της και ένα ανοιχτό πάνω στο γραφείο. Αν εξαιρέσει κανείς όμως την βιβλιοθήκη και το γραφείο του ήταν το σπίτι ένας σκέτος σκουπιδότοπος. Λερωμένα ρούχα στο πάτωμα, άπλυτα πιάτα στον νεροχύτη, αποφάγια στις κατσαρόλες, μισοάδεια μπουκάλια μπίρας στο πάτωμα, το πάτωμα μες την βρώμα. Κολλούσε σε κάθε βήμα, μη με ρωτήσεις από τι, καλύτερα να μην ξέρεις.»

«Δυσκολευτήκατε να τον συλλάβετε;»
«Όχι δεν αντέδρασε ούτε προσπάθησε να ξεφύγει. Το μόνο που έκανε, ήταν να μας ρωτήσει πως και δεν τον βρήκαμε νωρίτερα. Δεν μπορώ να εξηγήσω την ψυχραιμία και την απάθεια με την οποία φέρεται. Είναι παραίτηση, αφού βρήκαμε τόσα ενοχοποιητικά στοιχεία, ή απλά ένδειξη παράνοιας;»

«Tον έχεις ρωτήσει σχετικά με την υπόθεση;»
«Όχι, η άδεια οπλοφορίας του είχε λήξει και έτσι τον έφερα εδώ με αυτήν την αφορμή. Περιμένω τις αναλύσεις από το αίμα που βρήκαμε στα ρούχα του για να ξέρω την κατεύθυνση την οποία θα έχει η ανάκρισή μας. Θεωρητικά μπορεί ο κος Πορφυρός να είναι χασάπης από χόμπι ή το αίμα να είναι από το κοκκινιστό της Κυριακής και το μοσχαράκι να αμύνθηκε….» της είπε και ήταν φανερό ότι ήταν πεπεισμένος ότι ο θύτης αυτής της υπόθεσης είχε ήδη βρεθεί.

«Πόση ώρα σε περιμένει ήδη στο ανακριτικό;»
«Τρία τέταρτα περίπου, ένας συνάδελφος με στολή του κρατά παρέα. Tι λες να πάμε και ας μην έχουμε τα αποτελέσματα της σήμανσης;»

«Δεν τους παίρνεις καλύτερα ένα τηλέφωνο; Αν έχουν τελειώσει θα μας πουν, αλλιώς μπορούμε να αρχίσουμε με τα στοιχειώδη, που ήταν την ώρα του εγκλήματος, σε ποιά περίπτωση χρησιμοποίησε το μπιστόλι του, πως εξηγεί τα αίματα στα ρούχα του. Μετά προχωράμε βλέποντας και κάνοντας, αλλά πραγματικά θα προτιμούσα να ξέρουμε τι κάνουμε πριν αρχίσουμε τις ερωτήσεις» απάντησε η Μαρία Ρίζου.

Η εμπειρία της είχε μάθει να μην προσπαθεί να κερδίσει χρόνο με ανακρίσεις υπόπτων αν δεν είναι καλά ενημερωμένη ή δεν έχει εξετάσει προηγουμένως όλα τα ίχνη ή τυχόν ενοχοποιητικά στοιχεία και δεν ήθελε να κάνει μια εξαίρεση για αυτήν την υπόθεση. Για κλάσματα του δευτερολέπτου είχε καταφέρει να ξεχάσει ότι δεν δούλευε απλά και μόνον σε άλλη μια υπόθεση παρά ανέλυε τα αίτια και τις συνθήκες δολοφονίας μιας μητέρας και δυο μικρών παιδιών.

«Παράλογος και άσχημος κόσμος» σκέφτηκε όσο ο συνάδελφος ήταν απασχολημένος στο τηλέφωνο. « Παράλογος και άσχημος είναι ο κόσμους όπου τρυφερά παιδικά σωματάκια αντί να ξεκουράζονται στα κρεβατάκια τους μετά από χαρούμενα και ξεκαρδιστικά παιχνίδια κείτονται άψυχα σε φέρετρα ως θύματα βίας.»
Έπρεπε να κάνει κάτι για να ανατρέψει την πραγματικότητα, η οποία δεν άλλαζε με το να έβρισκε απλά και μόνον τον υπαίτιο αυτής της τραγωδίας, όμως ήταν δουλειά της και πίστευε πως αν την έκανε σωστά ίσως έτσι τουλάχιστον να γινόταν μια αρχή προς την λύση του προβλήματος.