«Ξέρω τί θέλεις να μάθεις» απάντησε χαμογελαστά o καλός άγγελος μόλις άκουσε το όνομά του. «Ξέρω, αλλά δεν θα σου πω αν δε μου δώσεις πρώτα σε μια δικιά μου ερώτηση την σωστή απάντηση».
«Τότε σε ακούω, για πες. Είμαι όλο αυτιά» είπε η Μαρία Ρίζου ανταποδίδοντας το χαμόγελο.
Ήταν κάτι στιγμές σαν και αυτές που την έκαναν να θαυμάζει τον συνάδελφό της. Κάτι τέτοιες στιγμές, όταν αισθανόμενος την έντονη συναισθηματική πίεση που ασκούσε πάνω της μια υπόθεση, δεν επέλεγε να την αγνοήσει. Ούτε έκανε σχόλια του τύπου «όλα του επαγγέλματος είναι και ο καλός αστυνομικός δεν αφήνει να τον αγγίζουν». Έψαχνε αντίθετα ένα τρόπο για να δώσει μια διέξοδο στην πίεση. Δύο σημαντικά κατά την άποψη της Μαρίας Ρίζου προσόντα τον βοηθούσαν στην προσπάθειά του. Το χιούμορ και η καλή ψυχή του. Η Ρίζου ήξερε πως ακόμα και όταν αστειευόταν για τα πιο αισχρά και ανείπωτα εγκλήματα, δεν το έκανε από κακία, αναισθησία ή έλλειψη ανθρωπιάς. Απλά προσπαθούσε να κρατήσει μια ισορροπία μεταξύ αυτού που ένας άνθρωπος μπορεί να αντέξει και αυτού που του επιβάλλεται λόγω δουλειάς να αντιμετωπίσει. Ήξερε από τον εαυτό του πόσο δύσκολο του ήταν να βρίσκει πάντα την ισορροπία, για αυτό και δεν τσιγκουνευόταν με την συμπαράστασή του όταν έβλεπε τους άλλους να βρίσκονται στην μέση της δικιάς τους προσωπικής πάλης.
Kάτι τέτοιες στιγμές χαιρόταν που έτυχε να γνωριστούν, που είχε στην αστυνομία ένα φίλο με τον οποίο μπορούσαν να συζητάνε χωρίς ανταγωνισμούς ή αντιζηλίες οποιαδήποτε θέματα των υποθέσεων τους, τον οποίο ευχαρίστως καλούσε στο σπίτι της για ένα τσάι μέντας ή μια μπίρα, ανάλογα την εποχή.

«Προσέχεις; Γιατί είναι σημαντική η ερώτηση που θα κάνω και απόλυτα σημαντικό να την καταλάβεις. Λοιπόν…»
«Λοιπόν;» ρώτησε η Μαρία Ρίζου δήθεν ανυπόμονα.

«Θα σου απαντήσω μόνον, αν μου πεις αν είσαι διατεθειμένη να με βοηθήσεις σε αυτή την υπόθεση. Δεν εννοώ, ανεπίσημα όπως κάναμε μέχρι τώρα. Είχα σκοπό να ζητήσω από τον προϊστάμενο να μου παραχωρήσει ένα συνάδελφο για ενίσχυση, αλλά άμα δέχεσαι και έχεις χρόνο να ασχοληθείς θα αναφέρω κατευθείαν το όνομά σου. Σκέφτεσαι τη φάτσα που θα κάνει ο Νίκος Ματθαίος; Εκείνος που καίει ως προϊστάμενος να σου αποδείξει ότι χρειάζεσαι ανδρική βοήθεια. Με ένα σμπάρο χτυπάμε δυο τρυγόνια. Του δίνουμε να καταλάβει, πως όχι μόνον εσύ δεν χρειάζεσαι βοήθεια αλλά αντίθετα άλλοι ζητούν την δικιά σου. Άσε που σίγουρα δυο επιθεωρητές λύνουν μια υπόθεση στο μισό χρόνο» πρόσθεσε τελειώνοντας και της έκλεισε το μάτι.

«Σου έχω πει πόσο θαυμάζω τις μαθηματικές σου γνώσεις; Τιμή μου να συνεργαστώ με μια μαθηματική ευφυΐα σαν και εσένα, δεν νομίζω να έχει αντίρρηση ο Ματθαίος, έτσι και αλλιώς δεν ασχολούμαι αυτήν την στιγμή με τίποτε επείγον» αποκρίθηκε και ένιωσε την ένταση των πρόσφατων καταθλιπτικών εικόνων να απαλύνεται.

«Για πες λοιπόν, ενημερώσατε τον πατέρα των παιδιών; Που βρίσκεται; Είδαν οι γείτονες ξένα ή άλλα άτομα πέρα από την Βασιλική Λέκα και τα παιδιά της να μπαίνουν στο σπίτι; Είδαν να φεύγει κανείς αφού έπεσαν οι πυροβολισμοί; Είχαν καλές σχέσεις με την οικογένεια; Είναι αλήθεια σε θέση να τους θέσουμε ερωτήσεις; Έχεις τα ονόματα του μωρού και της μικρής;» απαρίθμησε η επιθεωρητής Ρίζου αυθόρμητα όλα τα ερωτηματικά που ετίθεντο σε αυτή την φάση της υπόθεσης. Όταν σταμάτησε δεν ήταν σίγουρη αν το έκανε επειδή δεν έχει τί άλλο να ρωτήσει, ή είχε μείνει απλά από αναπνοή.

«Δεν σου είπα πως ήξερα τί ήθελες να μάθεις; Λοιπόν, το μωρό ήταν 4 μηνών και δεν είχε ακόμα βαφτιστεί, όλοι τον λέγανε απλά μπέμπη αλλά οι γείτονες μας πληροφόρησαν ότι οι γονείς σχεδίαζαν να το ονόμαζαν Παναγιώτη. Η μικρή ήταν τριών χρόνων και λεγόταν Αιμιλία. Οι γείτονες βεβαίως και σοκαρίστηκαν αλλά προτίμησα να τους θέσω τώρα τις ερωτήσεις σχετικά με το συμβάν και να μην χάσω χρόνο περιμένοντας μέχρι αύριο. Το ξέρεις πως όσο είναι νωπά τα γεγονότα τόσο καλύτερα τα θυμάται κανείς και μπορεί να τα αποδώσει. Αργότερα είναι πολύ πιθανό να μπλέξει την πραγματικότητα με τυχόν ερωτήσεις περί αυτής, και μπορεί ένας μάρτυρας να φτάσει στο σημείο στο τέλος να πιστεύει ότι είδε άτομα εκεί που δεν ήταν, πως άκουσε κάτι που δεν ειπώθηκε, που έκανε κάτι που δεν συνέβη.»
«Καταλαβαίνω» είπε η Μαρία Ρίζου μηχανικά σημειώνοντας με ένα μολύβι τα ονόματα των παιδιών σε ένα μπλοκάκι που έβγαλε από την τσέπη της.
«Δεν υπήρχαν προβλήματα των γειτόνων με την οικογένεια, η οποία παρεμπιπτόντως αποτελείται, ή μάλλον αποτελείτο, από την μητέρα Βασιλική Λέκα, τον πατέρα Αλέξανδρο Λέκα και τα τρία παιδιά. Ο πατέρας των παιδιών βρίσκεται εδώ και μια εβδομάδα σε επαγγελματικό ταξίδι στην Ιταλία. Τον ειδοποιήσαμε στο κινητό και έρχεται με το πρώτο αεροπλάνο. Ασχολείται με εισαγωγές κρασιών και άλλων τροφίμων πολυτελείας. Οι γείτονες δεν είδαν κανέναν να μπαίνει στο σπίτι εκτός από την κοπέλα που προσέχει τα παιδιά, την γκουβερνάντα όπως θα λέγαμε εμείς όταν ήμασταν παιδιά….» πρόσθεσε ο συνάδελφος κάνοντας ένα σύντομο διάλειμμα χαμογελώντας, αλλά η Ρίζου δεν είχε πλέον διάθεση για αντιπερισπασμούς, περίμενε με ενδιαφέρον την τελευταία απάντηση.

«…. Κανένας από τους γείτονες δεν είδε κάποιον να φεύγει μετά από τους πυροβολισμούς, αλλά ούτε πριν. Αυτό σημαίνει ότι αν η κοπέλα που πρόσεχε τα παιδιά μπόρεσε να φύγει από το κτίριο χωρίς να την προσέξουν οι γείτονες, το ίδιο θα μπορούσε και να κάνει ο θύτης, εκτός και αν…» είπε ο Κωσταντινίδης πριν κάνει άλλη μια παύση, περιμένοντας έμμεσα να ακούσει από την συνάδελφό του τα πιθανά συμπεράσματα των σκέψεών του.

«Eκτός και αν η κοπέλα και ο θύτης είναι ένα και το ίδιο πρόσωπο, ή εκτός και αν ο θύτης παρέμεινε στο σπίτι. Αυτό θέλεις να πείς;» αναγκάστηκε να ρωτήσει η Μαρία Ρίζου παρόλο που θεωρούσε εντελώς απίθανο να αληθεύει η δεύτερή της υπόθεση για την ταυτότητα του θύτη. Ποτέ δε θα μπορούσε μια μητέρα να κάνει ένα τέτοιο κακό στα παιδιά της και το μυαλό της αρνείτο με έμφαση να δεχτεί μια τέτοια σκέψη.