«Κε Επιθεωρητά, μόλις έφτασε ένας κος Αλέξανδρος Λέκας και ζήτησε να σας μιλήσει, σας είναι βολικό να τον δεχθείτε τώρα;» ρώτησε από το ακουστικό του τηλεφώνου η φιλική φωνή του θυρωρού του αστυνομικού τμήματος.

«Μπορείτε να τον συνοδέψετε στο γραφείο μου; Αν δεν είμαι εκεί πέστε του να με περιμένει, δεν θα αργήσω» είπε ο επιθεωρητής Τίμος Κωσταντινίδης και σηκώθηκε βιαστικά από την καρέκλα του. Αμφέβαλε αν είχαν περάσει δυο λεπτά από τότε που είδε μέσα από την γυάλινη τζαμαρία που χώριζε το γραφείο από το διάδρομο την συνάδελφό του να περνά με κατεύθυνση το κυλικείο. Ήλπιζε να είναι ακόμα εκεί και να μην βρισκόταν ήδη στον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι ή το σχολείο της κόρης της. Κοίταξε το ρολόι του βαδίζοντας προς την πόρτα. Έντεκα η ώρα πριν το μεσημέρι. Aν είχε τύχη θα είχε η καλή του νεράιδα χρόνο για εκείνον και τον επισκέπτη του…
«Μαρία;» ρώτησε βλέποντάς την σκυμμένη μπροστά στο μηχάνημα του καφέ να προσπαθεί να βγάλει ένα ποτήρι από την ειδική υποδοχή.
«Ναι;» ρώτησε εκείνη χωρίς να κοιτάξει ποιος την φώναξε. Χρειαζότανε ολόκληρη την προσοχή της προκειμένου να φέρει το πλαστικό και γεμάτο μέχρι πάνω ποτηράκι στα χείλη της αποφεύγοντας να της χυθεί το υγρό περιεχόμενό του.

«O Aλέξανδρος Λέκας περιμένει στο γραφείο μου, μπορείς να έρθεις;.»
Η επιθεωρητής Μαρία Ρίζου ήπιε μια γερή γουλιά από τον καφέ της. Το γεγονός ότι εδώ και μια εβδομάδα κάτι δεν πήγαινε καλά με το μηχάνημα και δεν κατάφερνε να ζεστάνει καλά το νερό της ήρθε βολικό στην προκειμένη περίπτωση. Έριξε μια ματιά στο ποτήρι της προκειμένου να βεβαιωθεί ότι θα μπορούσε να το μεταφέρει χωρίς να λερωθεί, απάντησε με μία ρητορική απάντηση: «Τόσο γρήγορα;» και έκανε την απαραίτητη στροφή 90 μοιρών.
Βλέποντας ζωγραφισμένη την απορία στο πρόσωπο του συναδέλφου της πρόσθεσε επεξηγητικά χαμογελώντας. «Τελικά πιο γρήγορα έρχεται κανείς από Ιταλία Ελλάδα, παρά από το Ψυχικό στη Γλυφάδα…»

Φτάνοντας έξω από την πόρτα του γραφείου είδαν μέσα από την τζαμαρία τον Αλέξανδρο Λέκα, ένα γοητευτικό μελαχρινό σαραντάρη με ελαφρά γκρίζους κροτάφους, το ελληνικό ανάλογο του George Clooney, ντυμένο με ένα άψογο μαύρο κοστούμι και ένα γκρίζο πουκάμισο να κάθεται στην καφέ καρέκλα για τους επισκέπτες με κολλημένο το βλέμμα του στον άδειο τοίχο μπροστά του.

«Kε Λέκα, σας ευχαριστούμε που ήρθατε παρόλο που δεν ήταν απαραίτητο. Αύριο θα ερχόμασταν για να μιλήσουμε. Τα θερμά μου συλλυπητήρια. Πώς είναι ο Αλέξης; Θέλετε ένα καφέ, νερό ή κάτι άλλο; Να σας συστήσω. Η επιθεωρητής Μαρία Ρίζου. Αναλύουμε μαζί τα αίτια του θανάτου των μελών της οικογένειάς σας. Ελπίζω να μην περιμένατε πολύ» τον βομβάρδισε λεκτικά ο Τίμος Κωσταντινίδης μπαίνοντας και προτείνοντας το χέρι του για μια χειραψία.

«Καλός και τούτος» σκέφτηκε ο Αλέξανδρος Λέκας. Από την στιγμή που έλαβε το τηλεφώνημα του επιθεωρητή… Πώς ήταν το όνομά του; Μόλις το άκουσε και ήδη το είχε ξεχάσει. Αδιάφορο. Από τότε που έμαθε ότι η γυναίκα και τα δυο από τα παιδιά του είναι νεκροί δεν σταμάτησε το μυαλό του να δουλεύει και να τρέχει με ταχύτητα φωτός από το ένα στιγμιότυπο στο άλλο και ήλπιζε να ερχόταν σύντομα κάποιος και να διέκοπτε τις σκέψεις του. Ξαναέζησε την στιγμή που συνάντησε για πρώτη φορά εκείνη τη γελαστή και όμορφη κοπέλα στο πάρτι ενός φίλου, την γεύση που άφησε στα χείλη του το πρώτο τους φιλί, ένα φαντασμαγορικό καβγά, που άρχισε με λεκτικές αντιπαραθέσεις, προχώρησε με ιπτάμενα πιάτα και κατέληξε σε παθιασμένο και λυτρωτικό σεξ, την γέννηση του πρώτου παιδιού, την αμηχανία και τον πανικό που ένιωσε όταν η μαία του ζήτησε να κόψει τον ομφάλιο λώρο, την πρώτη φορά που έκλεισε στα χέρια του την κόρη του βρισκόμενη ακόμα μέσα στην θερμοκοιτίδα, τα πρώτα της βήματα, το βραδινό φαγητό στο φως των κεριών με την καλύτερή τους γαλλική σαμπάνια γιορτάζοντας την εκτύπωση του πρώτου βιβλίου της γυναίκας του, τις ατέλειωτες συζητήσεις μαζί της όταν κολλούσε και δεν ήξερε πως να συνεχίσει τα αστυνομικά μυθιστορήματά της, μέρες διακοπών, φιλιά και αγκαλιές, το μυρωδάτο μωρό να κοιμάται εξαντλημένο στην αγκαλιά του μετά από πολύωρο κλάμα χωρίς εμφανή λόγο, εβδομαδιαία ψώνια παρέα με όλη την οικογένεια, βραδιές πυρετού ή άλλες σε καλοκαιρινό κινηματογράφο, χριστουγεννιάτικες γιορτές με τους παππούδες και τις γιαγιάδες, στιγμές σιωπηλής και βαθιάς ευτυχίας…

«Kε Λέκα… Όλα εντάξει;» ρώτησε η Μαρία Ρίζου όταν κατάλαβε πως από τις πολλές ερωτήσεις του συναδέλφου της, μάλλον τίποτε δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τα εξωτερικά όρια των αυτιών του.
«Πώς; Ναι… έρχομαι κατευθείαν από το αεροδρόμιο. Τι με ρωτήσατε;» είπε παρακολουθώντας με το βλέμμα του την επιθεωρητή όπως εκείνη έψαχνε μια θέση στα δεξιά του.

Η γεμάτη νόημα ματιά του συναδέλφου την διαβεβαίωσε πως είχε την συγκατάθεσή του να προχωρήσει.
«Μιλήσατε με τον Αλέξη;» διάλεξε από τις ερωτήσεις εκείνη που την ενδιέφερε προσωπικά περισσότερο.
«Όχι, οι γιατροί του νοσοκομείου μου είπανε ότι του έδωσαν κάτι για να μπορέσει να ηρεμήσει και κοιμόταν.»

«Mήπως χρειάζεστε κάτι κε Λέκα;»
«Τίποτε ευχαριστώ, ξέρετε τι ακριβώς συνέβη ή ποιός το έκανε;»

«Είναι ακόμα νωρίς, λυπάμαι.
Mήπως μπορείτε να φαντασθείτε όμως ποιός θα είχε κίνητρο να εξαφανιστεί η οικογένειά σας; Έχετε εσείς ή είχε η γυναίκα σας εχθρούς;»
«Υπήρχε κάποιος που ενοχλούσε με τον τρόπο του την γυναίκα μου. Της έγραφε γράμματα, την έπαιρνε στο τηλέφωνο. Του άρεσαν έλεγε τόσο πολύ τα αστυνομικά μυθιστορήματά της και ήθελε να γνωρίσει την συγγραφέα για να την συγχαρεί προσωπικά. Εκείνη παρόλο που κολακευόταν από το ενδιαφέρον του, έπρεπε να αρνηθεί τυχόν συναντήσεις για καθαρά και μόνον οργανωτικούς λόγους. Πού να προλάβαινε να βρει και για εκείνον χρόνο στο γεμάτο πρόγραμμά της;
Από τότε που άρχισε να γράφει τα βιβλία της, με τις σχετικές ασχολίες έρευνας υλικού, διορθώσεις, παρουσιάσεις ή προώθησης ήταν σχεδόν πάντα υπ’ ατμόν. Άμα ξέκλεβε κάποια ελεύθερα λεπτά προτιμούσε να ασχοληθεί περισσότερο με τα παιδιά ή με εμένα, όμως αυτό δεν ήταν συχνά εφικτό. Για τα βασικά και τα καθημερινά ‘προβληματάκια’ των παιδιών έχουμε την Elena. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα συγκαιριών. »

«Ξέρετε το όνομα του θαυμαστή της γυναίκας σας;» ρώτησε ο επιθεωρητής Κωσταντινίδης ελπίζοντας με την παρέμβασή του να επιταχύνει τον ρυθμό με τον οποίο προχωρούσε η έρευνα της υπόθεσης.
«Η Βασιλική τον έλεγε ‘ο κος Πορφυρός’, δεν ξέρω όμως αν είναι το πραγματικό του όνομα. Νούμερο τηλεφώνου δεν έχουμε. Δεν μας το άφησε ποτέ. Ούτε και την διεύθυνσή του. Από ότι ξέρω τα γράμματα τα υπέγραφε μόνο με το όνομά του.»