«Θεωρητικά τίποτε δεν αποκλείεται, έτσι δεν είναι; Γιατί ποτέ δεν ξέρει κανείς τι μπορεί να συμβεί εν βρασμό ψυχής ή πως αντιδρά ένας άνθρωπος σε στιγμές απόγνωσης. Πόσο μάλλον μια υπερβολικά κουρασμένη μητέρα 2 μικρών παιδιών και ενός μωρού μερικών μηνών υπό συνθήκες έλλειψης ύπνου» αντέταξε ο Τίμος Κωνσταντίδης.
«Ποιός μίλησε για κούραση, οι γείτονες; Πως μπορούν να έχουν άποψη εκείνοι για το τι συνέβαινε πίσω από τις κλειστές πόρτες και παράθυρα του σπιτιού;»

Η παιδική της αντίδραση και η επιμονή της να απορρίπτει την πιθανότητα μιας παιδοκτόνου μητέρας ξάφνιασε όχι μόνον το συνάδελφο αλλά και την ίδια την Mαρία Ρίζου. Στην θεωρία ναι, στην θεωρία μπορούσε και ένας γονιός να χάσει τον έλεγχο, σκεφτόταν, αλλά μπορούσε να ίσχυε αυτό και για μια μητέρα; Στο μυαλό της επέστρεψαν σε flash back οι πρώτες ημέρες μετά την γέννηση της Κατερίνας. Δεν ήταν αυτόματη και αυτονόητη η αγάπη που τις συνέδεε, ήταν κάτι που ήρθε με τον καιρό, χρειάστηκαν κάποιο χρόνο «γνωριμίας». Και στην αρχή πραγματικά έτυχε στην Ρίζου να πιάνει τον εαυτό της να αναρωτιέται, τι αλήθεια ζητά από εκείνη με τα ενοχλητικά του κλάματα αυτό το ζαρωμένο «κάτι» που της είπαν οι γιατροί ότι ήταν το παιδί της. Και γιατί δεν ηρεμεί όταν κατά την γνώμη της μητέρας δεν είχε λόγο να δυσανασχετεί; Όμως γνωρίστηκαν μητέρα και κόρη και δέθηκαν και αγαπηθήκανε. Όταν χώρισε από τον Δημήτρη ούτε που της πέρασε από το μυαλό ότι η Κατερίνα δεν θα έμενε πλέον μαζί της. Ήταν αυτονόητο ότι πλέον αποτελούσαν ένα duo και ότι για τίποτε και για κανέναν στο κόσμο δεν θα άφηνε η μια να συμβεί κάτι κακό στην άλλη. Βεβαίως ήξερε και άλλα παραδείγματα. Μητέρες που για το άλφα ή βήτα λόγο προτιμούσαν να κρατούν μια απόσταση από τα παιδιά τους και να την εκφράζουν με την αδιαφορία τους, με κρύα αντιμετώπιση, με κατηγορίες του τύπου αν δεν ήσουν εσύ θα είχα προχωρήσει στην καριέρα μου ή ακόμα και με εκρήξεις βίας.
«Χρειαζόμαστε κάποιον που έζησε την Λέκα από κοντά. Κάποιον σαν το σύζυγο ή την γκουβερνάντα. Έχεις μάθει αλήθεια πως λέγεται η κοπέλα και πού μπορούμε να την συναντήσουμε;» πρόσθεσε επιχειρώντας να βάλει ένα τέλος στις προσωπικές της σκέψεις και να επανακτήσει την απαραίτητη για την δουλειά της αντικειμενικότητα.

«Η κοπέλα είναι ένα au pair κορίτσι από κάποιο κρατίδιο της πρώην σοβιετικής ένωσης. Λιθουανή, Ουκρανή, από το Ουζμπεκιστάν, μέσα στην στεναχώρια του ο Λέκας δεν μπορούσε να μου πει με σιγουριά από που κατάγεται. Eίναι 18 χρόνων και λέγεται Εlena. Άρα μάλλον αποκλείεται το Ουζμπεκιστάν».

«Με ξαφνιάζεις…! Γιατί δηλαδή γνωρίζεις πολλά ονόματα από το Oυζμπεκιστάν για να μπορείς να βγάλεις τέτοια συμπεράσματα;» ρώτησε χωρίς να περιμένει να πάρει μια σοβαρή απάντηση.
«Όχι πολλά, αλλά όσα έχω ακούσει θυμίζουν αραβικά ή τούρκικα ονόματα. Aντίθετα αυτά της Ουκρανίας έχουν μάλλον ρίζες από την Ρωσία, ενώ αυτά από την Λιθουανία είναι συνήθως επηρεασμένα από δυτικά ονόματα.»

«Μα καλά πού τα ξέρεις όλα αυτά;» αναγκάστηκε να ρωτήσει η Μαρία Ρίζου και τα μάτια της σπινθηρίζαν όλο θαυμασμό για τις ικανότητες του συναδέλφου της.
«Mια ματιά καλή μου στο internet αρκεί και όχι μόνον ονόματα από την Λιθουανία βρίσκεις, αλλά και πληροφορίες για το που και με πιο κόστος έρχεται κανείς σε επαφή με το κύκλωμα σωματεμπορίας με λαθραίες κοπέλες που είναι σε θέση εκούσια ή ακούσια να ικανοποιήσουν κάποιες βασικές σωματικές ανάγκες ενός άνδρα. Καταλαβαίνεις τι εννοώ…ή μήπως πρέπει να γίνω πιο σαφής;» ρώτησε ο Τίμος Κωσταντινίδης και η Ρίζου ήξερε πολύ καλά τι προσπαθούσε να πει. Δεν χρειαζόταν περισσότερες επεξηγήσεις.

«Ο Αλέξανδρος Λέκας» συνέχισε ο καλός της άγγελος, «μας είπε πως μάλλον θα την βρούμε σε μια συμπατριώτισσα φίλη της, που δουλεύει και εκείνη ως au pair δυο τετράγωνα από εδώ. Την πήραμε τηλέφωνο και της είπαμε να μας περιμένει εκεί, έρχεσαι;» είπε και την κοίταξε με προσμονή τελειώνοντας. Βεβαίως και θα ερχότανε. Αναρωτηθήκαν για λίγο με ποιο αυτοκίνητο να πηγαίναν. Με αυτό του Κωσταντινίδη, ή με το υπηρεσιακό της Ρίζου και συνειδητοποίησαν γρήγορα πως για δύο τετράγωνα απόσταση θα ήταν πραγματικά γελοία απόφαση να χρησιμοποιήσουν αυτοκίνητα οπότε συνδέοντας το τερπνό μετά του οφελίμου ξεκίνησαν για ένα περίπατο στην φθινοπωρινή Αθήνα.

Τι περίεργο πράγμα αλήθεια που είχαν σκοπό να κάνουν. Να ρωτήσουν μια ύποπτο, γιατί η γκουβερνάντα ήταν ένας από τους τελευταίους ανθρώπους που είδαν την οικογένεια ζωντανή και το άλλοθί της δεν είχε ακόμα διαλευκανθεί, αν θεωρεί πιθανό να είναι μια πεθαμένη ο θύτης. Γιατί να μην συμφωνούσε; Τι είχε να χάσει; Θα αφαιρούσε από πάνω της τυχόν υποψίες και δεν θα είχε ποτέ φόβο να έρθει κάποιος και να υποστηρίξει το αντίθετο.
Η βροχή είχε σταματήσει, οι δρόμοι είχαν ξεπλυθεί από το νερό, τα δέντρα φάνταζαν αναζωογονημένα, τα σπίτια και οι κήποι που έβρισκαν στο διάβα τους, αριστερά και δεξιά ήταν το ένα πιο όμορφο από το άλλο. Μέχρι και μερικά τιτιβίσματα πουλιών ερχόντουσαν να γεμίσουν με ήχους τα αυτιά τους.
«Ήξεραν άραγε πόσο τυχεροί ήσαν οι κάτοικοι της περιοχής που έμεναν σε ένα τέτοιο παράδεισο; Μια εξαίρεση στον κανόνα που αποτελεί το οικοδομικό χάος στο λεκανοπέδιο της Αττικής…» αναρωτήθηκε η επιθεωρητής Ρίζου αλλά επέλεξε να κρατήσει αυτήν την απορία για τον εαυτό της. Είχαν μια υπόθεση να λύσουν και έπρεπε σιγά σιγά να επανερχόταν το μυαλό της στην συλλογή και αξιολόγηση στοιχείων. Δεν είχε νόημα να ασχολείται με κοινωνικές αδικίες ή άλλες σκέψεις προσωπικού ενδιαφέροντος.