Για άλλη μια φορά βρισκόταν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή του και αναρωτιόταν πως να άρχιζε την επόμενη ιστορία, όμως το άψυχο μηχάνημα κάτω από τα χέρια του αδυνατούσε να νιώσει την αγωνία του και να κάνει μια πρόταση. Έπρεπε να το πάρει απόφαση, η λύση δεν θα ερχόταν από έξω. Μόνον εκείνος θα την έβρισκε ή θα την άφηνε να πάει χαμένη, γιατί το ότι υπήρχε μια λύση, το ότι υπήρχε μια ιστορία που απλά περίμενε να βρει κάποιον να ασχοληθεί με αυτήν και να την γράψει, ήταν σίγουρο.

Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, αλλά είχε την αίσθηση ότι δεν είναι οι άνθρωποι και το μυαλό τους, που διηγούνται κάτι, ούτε η διάνοιά τους που τους κάνει να τις δημιουργούν. Όχι, πίστευε πως οι ιστορίες είχαν την δική τους πραγματικότητα, μια παράλληλη αυτής της οποίας ζούμε εμείς ή οι συγγραφείς τους. Μερικές επελέγαν λόγω χαρακτήρα να παραμένουν χρόνια, αιώνες, χιλιετηρίδες στο σκοτάδι ανείπωτες και άγνωστες. Μερικές άλλες διεκδικούσαν ήδη από την στιγμή της γέννησής τους μια ξεχωριστή θέση στο φως της δημοσιότητας.
Και άλλες όμως, οι πιο πολλές ιστορίες κατά την γνώμη του, βρίσκονταν σε ένα αέναο ταξίδι ψάχνοντας απλά το κατάλληλο μέσο για να εμπιστευθούν την αλήθεια ή το παραμύθι τους. Αυτές οι τελευταίες ήταν απαιτητικές. Δεν δίνονταν στον καθένα. Δεν δίνονταν ελαφρά τη καρδία. Δεν βιάζονταν.
Ήξεραν πως όσο περνά ο καιρός, όσους περισσότερους πιθανούς «αποδέκτες» και αν έλεγχαν, στο τέλος εκείνοι θα έβγαιναν νικητές. Γιατί ο σκοπός τους δεν ήταν η γρήγορη εμφάνιση και η εξίσου γρήγορη λήθη, παρά η εξασφάλιση μιας θέσης ανάμεσα σε αυτές τις ιστορίες που άπαξ και ακούστηκαν, γραφτήκανε στην θύμηση του κόσμου με ανεξίτηλη μελάνη.

Γιατί ποιός δεν θυμάται την «Οδύσσεια», ποιός έχει ξεχάσει το «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα», ποιός δεν γνωρίζει τον «κατά φαντασία ασθενή», την ιστορία των Πρωτόπλαστων με το μήλο και το φίδι, αυτήν με την λύκαινα που μεγάλωσε τον Ρωμύλο και τον Ρέμο, της Σταχτοπούτας, της μικρής Άννας Φρανκ…

«Η ιστορία της Άννας Φρανκ» του αντιτάσσανε πάντα όλοι όταν άρχιζε να μιλά για την κοσμοθεωρία του σε ξένους, «δεν είναι φτιαχτή ιστορία, παρά η ιστορία της δεκατριάχρονης, όπως εκείνη την κατέγραψε στο ημερολόγιό της. Πώς μπορείς να την αναφέρεις σε μια πρόταση όπου προηγουμένως είχες την Σταχτοπούτα: Δεν έχεις ιστορική συνείδηση;»

Είχε πάψει να προσπαθεί να απαντήσει όμως πλέον. Τι και αν τους έλεγε πως δεν αμφέβαλε για την αλήθεια της ιστορίας, για την ανοησία εκείνου και όπως και κάθε πολέμου, τις παράλογες επιπτώσεις στον άμαχο πληθυσμό, τις ορατές και μη; Και ότι όμως πίστευε πως οι ιστορίες δεν διάλεγαν μόνον τους συγγραφείς αλλά και τους ήρωές τους; Ήξερε ήδη την αντίδρασή τους. Δεν είχε νόημα να εξηγήσει πως μια ιστορία που δεν ήταν παραμύθι έπρεπε να επιλέξει πρώτα αυτούς τους ανθρώπους που θα τις ζούσαν, και έπειτα τους άλλους που θα τις καταγράψουν για να τις μεταφέρουν από τον κόσμο των ιστοριών, στον κόσμο των πραγματικών ιστοριών.

Ο κόσμος των πραγματικών ιστοριών…. ένας κόσμος τον οποίο οι άνθρωποι νομίζουν ότι ζουν. Ένας κόσμος που νομίζουν ότι εκείνοι τον δημιουργούν. Δεν ξέρουν βλέπεις ότι είναι και αυτοί πιόνια, «ήρωες» μια άλλης ιστορίας. Ακριβώς όπως τα πιόνια μιας σκακιέρας δεν έχουν αίσθηση της σκακιέρας στην οποία είναι στημένα, αλλά ούτε και του χρώματός τους. Ξέρουν απλά τους κανόνες κίνησής τους, αναγνωρίζουν τον «εχθρό» και τον «σύμμαχο» και ακολουθούν εντολές προκειμένου να κερδίσουν τη «μάχη». Δέχτηκαν μια καλή ιστορία είχε καλώς. Στην αντίθετη περίπτωση ήλπιζαν ότι θα ήταν τουλάχιστον μια από εκείνες τις ιδιαίτερες. Δύσκολη και απαιτητική για τον ήρωά της αλλά αξέχαστη για τους άλλους.
Γιατί τι άλλο μπορούσαν και οι «ήρωες» να κάνουν με την σειρά τους; Τίποτε. Τίποτε εκτός από το να αποδεχτούν την ιστορία τους. Για να τους «δοθεί» αυτή η συγκεκριμένη κάτι είχε να κάνει με τον χαρακτήρα τους, την ιδιοσυγκρασία, τις ανάγκες ή και τις επιθυμίες τους.
Ναι οι ιστορίες διάλεγαν τους ήρωες και τους συγγραφείς τους. Πάμπολλες φορές τις ένιωσε να τον βομβαρδίζουν ελέγχοντάς τον. Πάμπολλες φορές τις είδε δευτερόλεπτα προτού τις μεταφέρει στα γραπτά του. Πάμπολλες φορές ψυλιάστηκε την απογοήτευσή τους, όταν αναγνώριζαν ότι ο προορισμός τους δεν θα ήταν ένα από τα αρχεία του υπολογιστή του .

Εκείνο το αρχείο που πάλι άδειο θα έμενε, για άλλη μια μέρα στην συνέχεια…