Η συνάντηση με την Κλειώ Σαρρή την αναστάτωσε για τα καλά.
Τόσο, ώστε παρόλο που είπε στην κόρη της ό,τι σήμερα το απόγευμα θα πάνε στο πάρκο, πήρε μηχανικά το δρόμο προς το σπίτι. Όταν το συνειδητοποίησε, έβγαλε φλας, έκανε στροφή μετεπιτόπου και άλλαξε κατεύθυνση. Φτάνοντας πήγανε πρώτα στη φάρμα με τα ζώα να δούνε τα αρνάκια, τα κατσικάκια, τα κουνελάκια, το γουρούνι, τα μοσχαράκια, το pony. Όταν κάποτε η Κατερίνα σιγουρεύτηκε ό,τι δεν υπήρχαν άλλα ζωάκια για να δει, συμφώνησε να πάνε στο καφενείο για ένα κακάο. Εντωμεταξύ είχε ξεπαγιάσει μάνα και κόρη μέχρι το κόκαλο. Όμως έτσι ήταν πάντα η μικρή όταν ενθουσιαζόταν, ούτε κρύο, ούτε ζέστη, ούτε κούραση, ούτε πείνα ένιωθε.

Στο καφενείο βρέθηκε ευτυχώς ένα τραπεζάκι για δύο. Η κόρη παρήγγειλε κακάο. Η μητέρα καφέ και ένα κομμάτι τούρτα αμυγδάλου με δύο κουταλάκια.

Κοιτώντας τριγύρω της η Μαρία Ρίζου συνειδητοποίησε, πως το καφενείο, όπως μέχρι τώρα το έλεγε, ήταν ένα coffee shop σαν αυτά που είχε δει στις καλοκαιρινές της διακοπές στην Ιρλανδία. Όμορφα και ζεστά διαρρυθμισμένο, σχετικά μικρό, οι τοίχοι βαμμένοι σε κόκκινα χρώματα, με ένα μεγάλο κατάλογο διαφορετικών καφέδων και 3 με 4 είδη γλυκού το πολύ. Σε ένα ψυγείο σε κεντρικό σημείο φαινόντουσαν οι τούρτες. Μία σοκολάτας, μια λεμονιού, μία από καφέ, μια άλλη με ροδέλες ροδάκινο και αυτή του αμυγδάλου με σαντιγί.

Η κοπέλα του μαγαζιού έφερε την παραγγελία και ρώτησε αν θα θέλανε ίσως και κάτι άλλο.

-Όχι ευχαριστώ, είπε η Ρίζου, έχω ακούσει τόσα πολλά καλά για την τούρτα αμυγδάλου σας, που δεν έχω μάτια για τίποτε άλλο αυτήν την στιγμή.
-A τότε, εύχομαι να σας αρέσει.
-Συγνώμη… Έχω την εντύπωση πως κάπου σας έχω ξαναδεί… Ξέρετε πως είναι οι μανάδες με παιδιά; Παντού έρχονται σε επαφή με κόσμο, μιλάνε με αγνώστους στο γιατρό, στο λεωφορείο και μετά αναρωτιούνται όταν βλέπουν ένα γνωστό πρόσωπο, αν γνωρίζονται ή όχι. Γνωριζόμαστε λοιπόν;
-Λυπάμαι είπε η κοπέλα, μάλλον αυτή την φορά κάνετε λάθος. Είστε σίγουρη ό,τι όλα είναι εντάξει; Εσύ γλυκιά μου; Χρειάζεσαι τίποτε; ρώτησε την Κατερίνα, η οποία κούνησε αρνητικά το κεφάλι της πίνοντας το κακάο της.

Αν με χρειασθείτε, μπορείτε να με φωνάξετε, είπε η κοπέλα χαμογελώντας και έφυγε.

Η Ρίζου δοκίμασε λίγο από την τούρτα. Είχαν δίκαιο όλοι, ήταν τόσο νόστιμη… Αλλά δεν ήτανε τούρτα αμυγδάλου, παρά πικραμυγδάλου. “Ακόμα καλύτερα” σκέφτηκε.

-Κατερίνα για δοκίμασε από αυτήν την τούρτα. Είναι η νοστιμότερη που έχω φάει ποτέ στην ζωή μου είπε στην κόρη της, αλλά εκείνη, πάντα δύσκολη στο φαγητό, ούτε που αντέδρασε.

Η μαμά της θα έπρεπε να ξέρει πολύ καλά ό,τι εκείνη σπανίως δοκιμάζει καινούργιες γεύσεις, και αν το έκανε, θα έπρεπε από μόνη της να της ερχότανε η επιθυμία…

Στα μισά του κομματιού χτύπησε το κινητό της Ρίζου, ήταν ο ιατροδικαστής Αποστόλου, είχε μια θεωρία για το αίτιο του θανάτου του πτώματος του πάρκου.

“Έρχομαι σε μια ώρα, θα είστε εκεί;” ρώτησε. Υπολόγισε τον χρόνο που χρειαζόταν για να τελειώσει το θεσπέσιο εκείνο γλυκό, να πάει την κόρη της σπίτι και να πάρει μετά το δρόμο για το παθολόγο.

Βγαίνοντας έπιασε το μάτι της ένα καδραρισμένο βραβείο στο τοίχο. Πήγε πιο κοντά και διάβασε τα μεγάλα γράμματα:

Το βραβείο της Ζαχαροπλαστικής Δημιουργίας του
2005
απονέμεται στην κα Ελένη Σαρρή
για την τούρτα αμυγδάλου

-Συνεχίζεται-