Το γραφείο του εκδότη βρισκότανε στον 12ο. Διαλεγμένο συμβολικά στην ανώτατο όροφο του κτιρίου, για όλους ορατή η θέση του, ο υψηλότερος στην ιεραρχία. Σε αυτό το κτίριο ήταν ο λόγος του νόμος. Η άποψή του δόγμα. Και η κακοκεφιά του πρόβλημα, που έπρεπε να αντιμετωπιστεί από ολόκληρο το προσωπικό.

Ο διάδρόμος βγαίνοντας από το ασανσέρ κατέληγε σε μια και μοναδική πόρτα, μια ξύλινη με δερμάτινη επένδυση.
“Το πρόβλημα με τέτοιες πόρτες” σκέφτηκε η Ρίζου” είναι ότι δεν μπορεί να χτυπήσεις πριν μπεις μέσα”.

Φτάνοντας μπροστά της είδε το κουμπί ενός κουδουνιού και δίπλα του ένα ταμπελάκι όπου ήταν γραμμένο “Αντώνης Μάνου / Εκδότης”.
Η Μαρία Ρίζου πίεσε το κουμπί, της ανοίξανε και μπήκε στο γραφείο, το οποίο δεν ήταν αυτό του εκδότη, παρά της προσωπικής του γραμματέα. Ακριβώς απέναντί της υπήρχε μια δεύτερη πόρτα και αυτή ξύλινη με δερμάτινη επένδυση.

-Τι επιθυμείτε; ρώτησε η γραμματέας
-Επιθεωρητής Ρίζου, θα ήθελα να μιλήσω με τον κο Μάνου.
-Λυπάμαι αλλά ο κος Μάνου βρίσκεται σήμερα το πρωί εκτός γραφείου.
-Πότε θα επιστρέψει; Μπορώ να περιμένω.
-Δεν μου είπε πότε θα έρθει, λυπάμαι δεν ξέρω, είπε η γραμματέας χαμογελώντας, και ήταν φανερό ό,τι έλεγε ψέματα. Ποια γραμματέας δεν είναι ενημερωμένη για το πρόγραμμα του προϊσταμένου της;

Η Ρίζου κοίταξε το ρολόι της και αποφάσισε πως δεν είχε διάθεση να χάνει εκεί τον χρόνο της.

-Σας αφήνω την κάρτα μου. Όταν επιστρέψει να του πείτε να με πάρει τηλέφωνο. Αν προτιμά να περάσει από το αστυνομικό τμήμα να απαντήσει εκεί τις ερωτήσεις μου, την διεύθυνση θα τη βρει στην κάρτα μου. Χαίρεται, είπε και φεύγοντας πρόσεξε πως το χαμόγελο της γραμματέα διαλύθηκε.

Στο δρόμο προς το αστυνομικό τμήμα άκουσε τον χαρακτηριστικό σήμα που κάνει το κινητό της όταν λαμβάνει μήνυμα. Κοίταξε ποιος ήταν. “Αχ ζεις ακόμα;” σκέφτηκε λυπημένα διαβάζοντας τον αποστολέα. Το κείμενο του μηνύματος ήταν το εξής…
“Το ξέρω, μετά από τόσο μεγάλη σιωπή από μέρους μου αποκλείεται να το πιστέψεις, εγώ όμως σε αγαπάω. Τις επόμενες μέρες θα τηλεφωνήσω. Φιλιά.”

-Αχ, τι θα κάνω εγώ με σένα, μου λες; ρώτησε το κινητό της. Εδώ και τέσσερις μέρες δεν είχε σημεία ζωής από τον Γιώργο, παρόλο που εκείνη είχε προσπαθήσει με τηλεφώνημα και με μήνυμα στο κινητό να επικοινωνήσουν. Σιγά σιγά το είχε πάρει απόφαση ότι δεν θα την ξαναπάρει. Δεν ήθελε πλέον εκείνη να προσπαθήσει, αν την έπαιρνε εκείνος τηλέφωνο έχει καλά, αλλιώς πάλι καλά.

Και τώρα ένα τέτοιο μήνυμα. Κανονικά θα έπρεπε να χαρεί. Δεν σου το λένε κάθε μέρα το σ’αγαπώ. Αλλά είχε ήδη τόσο καιρό που ήταν λυπημένη για το σίγουρο για εκείνην τέλος της σχέσης, που δεν αρκούσε ένα μηνυματάκι με 24 λέξεις για να την επαναφέρει στην αισιοδοξία. Και τι πάει να πει, τις επόμενες μέρες θα τηλεφωνήσω; Γιατί δεν την παίρνει τώρα ένα γρήγορο τηλεφωνηματάκι; Μετά από τέσσερις μέρες, θα χαιρότανε να ακούσει την φωνή του καλύτερα από το να διαβάζει κρύα και παγωμένα μηνύματα στο κινητό…

“Τέλος πάντων, τουλάχιστον ενδιαφέρεσαι τόσο, ώστε να μην θέλεις να κόψεις εντελώς την επικοινωνία. Κάτι είναι και αυτό” του απάντησε νοερά και έστριψε δεξιά στο αστυνομικό τμήμα.

Στον πάγκο έξω από το γραφείο της περίμενε η Ελένη Σαρρή. Τα πόδια το ένα πάνω στο άλλο, σκυμμένη προς τα μπροστά, με τα χέρια να αγκαλιάζει το μπουφάν της, προσπαθώντας να ζεσταθεί. Τα μάτια κόκκινα και πρησμένα. Τα μαλλιά ατημέλητα.

-Κα Ρίζου; Η μητέρα μου μου είπε για τον Γιάννη, συγνώμη για τον κο Κωστόπουλο εννοώ. Πρέπει να σας μιλήσω, γίνεται τώρα;
-Χαίρομαι που ήρθατε, ήθελα και εγώ να μιλήσουμε. Περάστε.

-Συνεχίζεται-