H επιθεωρητής Ρίζου oνειρεύτηκε ανάκατα εκείνη την νύχτα.
Ήταν λέει καλεσμένη σε ένα κουίζ. Σαν αυτά της τηλεόρασης. Τα φώτα όλα στραμμένα προς το μέρος της, η μουσική δραματική. Ένιωθε την ένταση και τις προσδοκίες όλων να καταγραφούν κάθε αντίδραση της. Παρουσιαστής του κουίζ ήταν ο Γιάννης Κωστόπουλος. Γυμνασμένος με τα άριστα προσεγμένα αστραφτερά του δόντια να θέτει τις ερωτήσεις τη μία μετά την άλλη χαμογελαστά χωρίς να περιμένει πραγματικά να λάβει απαντήσεις.

-Τώρα σε θέλω κα Επιθεωρητή, της έλεγε. Στα δύσκολα σε θέλω, τα εύκολα και εγώ τα λύνω, ποια είναι η πρωτεύουσα της Μαλαισίας, τι ώρα είναι όταν τρέχει ο λαγός στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, πόσο μαύρη είναι μια μαύρη τρύπα, γιατί υπάρχει αέρας, πώς και το νερό είναι υγρό, όταν κρυώνει γίνεται πάγος, και όταν βράζει εξατμίζεται, πόσα είναι τα αστέρια στον ουρανό που βλέπονται από το βόριο ημισφαίριο, γιατί υπάρχει χρόνος, υπάρχουν χρώματα χωρίς φως, τι νιώθουν μικρά παιδιά στην αγκαλιά των γονιών τους, γιατί σε κάνει να φτερνίζεσαι το νερό με το πολύ ανθρακικό, πες γρήγορα 33 33 33 33, γιατί ένα οχτώ θυμίζει το άπειρο, από ποια χώρα κατάγεται η αγάπη, γιατί σε παίρνει ο ύπνος το βράδυ όταν ξαπλώνεις, κάνουν οι ρυτίδες τον άνθρωπο ή αυτά που τρώει, πόσο γρήγορα είναι η λέξη γρήγορα, τι συμβαίνει με τα φυτά στο σπίτι σου όταν τους τραγουδάς, ποιό ήταν το αγαπημένο παραμύθι του παπουτσωμένου γάτου, γιατί ηρεμεί το θαλασσί, και διεγείρει το κόκκινο, ποιό είναι το ομορφότερο τραγούδι, το τραγούδι ενός δελφινιού ή αυτό ενός αηδονιού, γιατί ο κύβος έχει πλευρές και η σφαίρα καμιά γωνία, γιατί οδηγείς ένα πράσινο αυτοκίνητο και όχι μπλε, γιατί η γεύση μιας τούρτας αμυγδάλου μπορεί να μείνει αξέχαστη, και οι λέξεις να ξεγλιστρούν από την μνήμη μας…;

Στο κοινό καθόντουσαν ο Δημήτρης παρέα με τον Παθολόγο να γελάνε ειρωνικά.
-Πραγματικά δεν καταλαβαίνει λατινικά; να ρωτάει ο Παθολόγος.

Kαι να απαντά ο Δημήτρης…
– Γιατί μήπως ξέρει να κάνει παστίτσιο; Και με προειδοποίησε η μαμά μου ότι τελικά όλο εγώ θα μαγειρεύω, αλλά που να την ακούσω.

Η Κλειώ Σαρρή με την Κατερίνα, να λέει στην μικρή “έλα παιδί μου να πάμε στο κολυμβητήριο” και η Κατερίνα να της απαντά “ναι μαμά, σε ευχαριστώ που βρίσκεις πάντα χρόνο για μένα”.

Η Ειρήνη παρέα με τον εκδότη, να του δείχνει φωτογραφίες της Ρίζου όπως είναι όταν ξυπνά και εκείνος να λέει, “αυτό δεν είναι τίποτε, αν βλέπατε τον χρωματικό συνδυασμό που είχαν τις προάλλες τα ρούχα της όταν ήρθε στην γραμματεία μου.”

Ο Γιώργος και η Ελένη Σαρρή να κάνουν διατεταμένα σχέδια για κοινές διακοπές. Και η Σαρρή να επιμένει, ότι τα κεφτεδάκια δεν χρειάζονται κανέλα.

Και όλο να γελάνε μαζί της, που δε βρίσκει τις απαντήσεις, και όλο να κυλά ο καιρός, και όλο να γυρίζει ο κόσμος γύρω της, να χτυπά το αίμα στις φλέβες του κεφαλιού, μέχρι να μην αντέξει πλέον από την ένταση και να ξυπνήσει.
Να πάει στη κουζίνα, να πιει ένα ποτήρι νερό, να φτιάξει τα ανακατωμένα σεντόνια στο κρεβάτι, να πάει να ελέγξει αν στης Κατερίνας είναι όλα καλά, να την σκεπάσει και να πάει να ξαναξαπλώσει.

Αλλά ακόμα άντεχε, ακόμα δεν είχε καταλάβει ότι όλα είναι ένα όνειρο, ακόμα το πάλευε, ακόμα δεν παραδινόταν. Aκόμα έψαχνε τις απαντήσεις. Όμως ποιες ήταν πλέον οι ερωτήσεις; Γιατί άλλαζαν και ξεπετάγονταν 3 καινούργιες μόλις έβρισκε την απάντηση σε μία;

-Συνεχίζεται-