To διαμέρισμα του Γιάννη Κωστόπουλου απεδείχθη ολόκληρος πέμπτος όροφος σε πολυκατοικία. Με το ειδικό κατσαβιδάκι άνοιξε η επιθεωρητής Ρίζου την πόρτα και ξαφνιάστηκε για άλλη μια φορά πόσο εύκολο είναι. Ο κόσμος αγοράζει κλειδωνιές ασφαλείας, συναγερμούς, διπλές πόρτες και πολλά από όλα αυτά έχουν μόνον ένα προσόν. Κοστίζουν. Ασφάλεια, σιγουριά δεν παρέχουν. Παρέχουν μόνον σε αυτόν που τα αγοράζει την αίσθηση της ασφάλειας και στους καλεσμένους του (αν δεχθούν κανένα, γιατί και αυτοί είναι πηγές ανασφάλειας) φόβο και γεύση φυλακής.

Μέσα βρήκε τα δωμάτια τακτοποιημένα, λες και έβλεπε μια έκθεση επίπλου. Το σαλόνι με τον καναπέ και το τραπεζάκι με το σκάκι στημένο σε μια φάση παιχνιδιού. Το δωμάτιο με το γραφείο και τη βιβλιοθήκη από τοίχο μέχρι τοίχο, τα βιβλία χωρισμένα ανάλογα με το είδος τους, σε τρελούς συνδυασμούς χρώματος. Το άνετο υπνοδωμάτιο με το μπάνιο του. Η ντουλάπα/δωμάτιο άψογα τακτοποιημένη με ανδρικά ρούχα μόνον. Το ελάχιστα μικρότερο δωμάτιο για τους καλεσμένους και αυτό με δικό του μπάνιο… Όλα στην εντέλεια. Δε ήταν σίγουρη αν στην διαρρύθμιση και στην επιλογή των επίπλων αναγνώριζε το γυναικείο γούστο. Όμως έπρεπε να παραδεχτεί ό,τι θα της άρεσε να ζούσε σε αυτό το σπίτι. Επιτέλους αρκετός χώρος για τα βιβλία της και το δεύτερο δωμάτιο θα άρεσε στην Κατερίνα με το κατάδικό της μπάνιο, το σαλόνι άνετο και ευρύχωρο για να καλεί την παρέα της, η κουζίνα… “Αλήθεια πού είναι η κουζίνα;” αναρωτήθηκε.

Την βρήκε δίπλα στο σαλόνι. Το δωμάτιο της κουζίνας ξεχώριζε από το υπόλοιπο σπίτι. Δεν ήταν τόσο τέλεια καθαρό και τακτοποιημένο.
Αρκετά μεγάλο ώστε να έχει την κουζίνα, η οποία είχε 5 μάτια γκαζιού και ανάλογα φαρδύ φούρνο, στη μέση του δωματίου με τον απορροφητήρα κρεμασμένο πάνω της ήταν διαρρυθμισμένο χωρίς εντοιχισμένα έπιπλα, με πάγκους, συρταριέρες, ράφια, ντουλάπια χωρίς πορτάκια, να μην κρύβουν το περιεχόμενό τους, σε ανοιχτόχρωμο ξύλο και μέταλλο που έδινε στο χώρο μια νεανική αίσθηση. Ένα από τα κεντρικά έπιπλα του δωματίου ήταν το μεγάλο ξύλινο τραπέζι της τραπεζαρίας με πάγκους και καρέκλες.

Στον νεροχύτη υπήρχαν άπλυτα μεταλλικά μπωλ και φλούδια από αυγά. Το μίξερ στεκόταν βρόμικο, αφημένο πάνω στην κουζίνα. Ένας πάγκος ήταν πασπαλισμένος με αλεύρι και άχνη ζάχαρη. Στο τραπέζι ένα ασημένιο κουταλάκι και μισογεμάτα κολονάτα ποτήρια με λευκό κρασί. Μύρισε το περιεχόμενο, κάποτε ήταν σαμπάνια.

“Κρίμα που πήγε χαμένη γιατί σίγουρα θα ήταν ακριβή” σκέφτηκε, άμα έκρινε από το διαμέρισμα.
Άνοιξε το ψυγείο. Ανάμεσα στα άλλα τρόφιμα είδε τα υπόλοιπα μιας τούρτας αμυγδάλου.

Πήρε το τηλέφωνο των τεχνικών της σήμανσης για να τους ζητήσει να έρθουν και να ελέγξουν την σύνθεση της τούρτας για ξένες ουσίες. Συνέχισε να ασχολείται με το διαμέρισμα. Δεν βρήκε τίποτε το ιδιαίτερο.
Ο Γιάννης Κωστόπουλος ζούσε μόνος του. Είχε γούστο, μια πλούσια βιβλιοθήκη, του άρεσε η τάξη, το καλό φαγητό, προτιμούσε τις φωτογραφίες πραγμάτων από αυτές προσώπων.

Πολύ θα ήθελε η επιθεωρητής Ρίζου να ήξερε ποιος ήπιε το δεύτερο ποτήρι σαμπάνιας προχθές το βράδυ σε εκείνην την κουζίνα. Ίσως τα δαχτυλικά αποτυπώματα στο ποτήρι να την βοηθούσαν στην αναζήτηση του ή της μυστηριώδη αγνώστου. Οι τεχνικοί της αστυνομίας θα ελέγχαν τα ποτήρια, δε θα ξεχνούσαν όμως και τα χερούλια, τους διακόπτες και λοιπά. Είναι η δουλειά τους άλλωστε, και την κατέχουνε.

Ήτανε η επιθεωρητής Μαρία Ρίζου στο σωστό δρόμο όμως για να λύσει την υπόθεση; Ή κολλούσε πολύ στο θέμα του γλυκού και της σαμπάνιας και ξέχναγε να κρατά ανοιχτό το βλέμμα της για τα στοιχειώδη;

-Συνεχιζεται-