Το απόγευμα της Tετάρτης ήταν αφιερωμένο στον αθλητισμό της Κατερίνας. Δύο ώρες μετά το σχολείο είχε προπόνηση στην παιδική ομάδα μπάσκετ της περιοχής της. Η Ρίζου την πήγαινε μετά χαράς στην προπόνηση. Η προπονήτρια δεν ήθελε να μένουν οι γονείς στις κερκίδες, γιατί πίστευε ότι ενοχλούνται τα παιδιά και αποσπάται έτσι η προσοχή τους. Η Ρίζου είχε βρει ένα σημείο στον δεύτερο όροφο του κτιρίου από όπου μπορούσε να παρακολουθεί την προπόνηση χωρίς να ενοχλείται κανείς. Και δη η προπονήτρια, γιατί όταν η Κατερίνα έβλεπε τις φίλες της στο γήπεδο δε πάει η μαμά της να έκανε κατακόρυφο σε ένα χέρι ή ρόδα με flic flac, καθόλου δεν θα την ενδιέφερε.
Μετά την προπόνηση πηγαίνανε πάντα στην καλύτερη φίλη της Κατερίνας για παιχνίδι. Όταν πλέον φτάσανε σπίτι κατά τις 8.00 ώρα το βράδυ, ήσαν μάνα και κόρη πτώματα. Δεν υπήρχε χρόνος για πολλά μαγειρέματα. Κατεψυγμένη πίτσα θα αρκούσε και θα περίσσευε.
Όταν έπεσε η Κατερίνα στις 9.00 ώρα για ύπνο, αναρωτήθηκε η Ρίζου, γιατί άραγε να μην ακολουθήσει το παράδειγμα της κόρης της. Έβαλε ένα CD με a Cappella τραγούδια και άφησε τις μελωδίες να την νανουρίσουν σιγά σιγά.

Την επόμενη μέρα στις 11.00 το πρωί ήταν η κηδεία του Γιάννη Κωστόπουλου. Είχε δοθεί εδώ και 3 μέρες από τον ιατροδικαστή το ελεύθερο για την ταφή. Τα διαδικαστικά τα κανόνισαν οι γονείς του Κωστόπουλου από το εξωτερικό. Ολόκληρη τη λειτουργία στο εκκλησάκι του νεκροταφείου την παρακολούθησε ο πατέρας του χωρίς την ελάχιστη ένδειξη συγκινήσεως, στεκόμενος σε μια αλύγιστη σχεδόν στρατιωτική στάση. Η μητέρα παρατηρούσε τα συμβάντα με ένα σοβαρό, κάπως λυπημένο βλέμμα. Ποιος ξέρει τι περνούσε από το μυαλό της και αν άραγε συνειδητοποιούσε εκείνη ακριβώς την στιγμή πως ήταν πλέον αργά για να ανοίξει την καρδιά της για το παιδί της και να του δώσει χώρο στην ζωή της. Μπορεί όμως απλά έχοντας επίγνωση ότι δεν της πάνε τα μαύρα, να σύγκρινε τον εαυτό της με κάποια γνωστά μοντέλα που παντού και πάντοτε και σε κάθε χρώμα ρούχου, φαίνονται άψογες.
Ο εκδότης ακύρωσε κάποια ραντεβού προκειμένου να μπορέσει να παρευρεθεί. Στεκόταν συγκινημένος λίγο πιο πίσω από τους γονείς. Έκανε έννοιες για το περιοδικό του; Δεν βρήκε ακόμα εναλλακτική λύση άραγε, ή τον πονούσε η αίσθηση ότι όλοι τελικά είμαστε θνητοί; Μηδενός εξαιρουμένου.
Μια σειρά καθισμάτων πιο πίσω η Κλειώ Σαρρή με την κόρη της. Ο κόρη να κρατά σιωπηλά το χέρι της μητέρας. Άγνωστο για όλους, αν η κόρη δίνει δύναμη στην μητέρα της, ή ανάποδα. Η δε μητέρα ήταν ένα θαύμα που ανέπνεε ακόμα. Έτσι αδύναμη, χλωμή και βαθιά λυπημένη όπως φάνταζε.
Η Μαρία Ρίζου αναρωτιόταν για πόσο καιρό ακόμα θα άντεχε η Ελένη Σαρρή την κωμωδία, αλλά έβλεπε για άλλη μια φορά πως ήξερε να παίζει καλά το παιχνίδι της.
Την στιγμή που κατεβάζανε με σκοινιά το φέρετρο, και όλοι στέκονταν τριγύρω, έπιασε η Κλειώ Σαρρή ταυτόχρονα με το δεξί χέρι την καρδιά και με το άλλο την κοιλιά της. Ο αβάσταχτος πόνος την έκανε να σκύψει προς τα μπροστά. Χάνοντας την ισορροπία της γλίστρησε και έπεσε με το πρόσωπο προς το φέρετρο μέσα στον λάκκο. Οι παρευρισκόμενοι πάγωσαν παρατηρώντας το συμβάν και κανείς δε τόλμησε να την μετακινήσει. Το περίεργο και αλλόκοτο θέαμα κράτησε 5 λεπτά, όσο χρειάστηκε το ασθενοφόρο να έρθει.
Ένα τέταρτο της ώρας αργότερα στον δρόμο προς στο νοσοκομείο άφησε η Κλειώ Σαρρή στο νοσοκομειακό την τελευταία της πνοή.
Το αίτιο του θανάτου δεν ήταν καρδιακή προσβολή, όπως αρχικά υπέθεσαν όλοι, παρά εσωτερική αιμορραγία. Στο στομάχι της βρέθηκαν υπόλοιπα πικραμυγδάλου με θρύψαλα γυαλιού.

-Δεν νομίζετε ότι είναι πλέον καιρός για εξηγήσεις; ρώτησε η Ρίζου την Ελένη Σαρρή την Πέμπτη το βράδυ. Η ανάκριση έγινε αυτήν την φορά με τρία άτομα μόνον. Χωρίς δικηγόρο. Η ίδια η Σαρρή αρνήθηκε να τον καλέσει να έρθει στο αστυνομικό τμήμα, δεν την ενδιέφερε τι θα της συνέβαινε πλέον.
-Τι νόημα έχουν οι εξηγήσεις; Ποιόν βοηθάνε; Τον Αντώνη, την μαμά μου, τον Γιάννη, εμένα;

-Έπρεπε να πεθάνει ο Γιάννης Κωστόπουλος επειδή κατέστρεψε τον φίλο σας; Επειδή τον ώθησε στην αυτοκτονία;
-Ναι, έπρεπε να καταλάβει πως είναι να σου καταστρέφουν την ζωή. Έπρεπε να είναι οδυνηρό, στο σημαντικότερο όργανο για ένα κριτικό γαστρονομίας, την κοιλιά του, εκεί που κατέληγαν όλα αυτά που κριτίκαρε, για να μην μπορέσει να ξαναδοκιμάσει, τίποτε, ποτέ πλέον. Την πραλίνα του Αντώνη την ονόμασε σκουπίδι, έτσι και εκείνος σκουπίδια γυαλιού έπρεπε να δοκιμάσει. Αφού το είπε ότι ψάχνοντας για πετράδια, θα έτρωγε σκουπίδια, καλή του όρεξη λοιπόν.

-Δεν τον αγαπούσατε λοιπόν όπως μου είπατε τις προάλλες;
-Όχι, ήμασταν φίλοι όταν ήμασταν παιδιά, χαθήκαμε όμως, εγώ γνώρισα τον Αντώνη. Αν εξαιρέσει κανείς τα οικονομικά προβλήματα ήμασταν τρισευτυχισμένοι μεταξύ μας. Αγωνιστήκαμε, δοκιμάσαμε πολλά, η πραλίνα ήταν η μόνη λύση του Αντώνη, αλλά ήταν καλή, και έρχεται ο Γιάννης με τον υπεροπτικό του τρόπο, νόμιζε τον εαυτό του αυθεντία, κάτι σαν Θεό. Την πραλίνα του την παρουσιάσαμε και οι δύο. Ήξερε ότι ήμασταν ζευγάρι με τον Αντώνη. Aπλά και μόνον για να τον μικρύνει τα μάτια μου, του έγραψε την κακή κριτική. Το καταλαβαίνετε; Μόνον και μόνον για να με κάνει να θαυμάσω το κύρος του καταστρέφει το όνομα και την δουλειά ενός ανθρώπου. Ο Αντώνης δεν άντεξε την ευθύνη των αρνητικών επιπτώσεων της συμφωνίας με την άλλη εταιρεία. Αυτοκτόνησε. Ελευθερώνοντας το άψυχο σώμα του από το κορδόνι, πήρα την απόφαση να πάω στο Γιάννη, να του κάνω την ερωτευμένη. Δεν ήταν δύσκολο. Είχαν πάρει τα μυαλά του τόσο πολύ αέρα που δεν είχε την ελάχιστη αμφιβολία ότι τον θαύμαζα. Τον έπεισα και να αλλάξει την ασφάλεια ζωής, έτσι ώστε να γίνω εγώ η ευνοούμενη.

Το βράδυ της Δευτέρας ετοιμάσαμε μαζί την τούρτα αμυγδάλου, σιχαινόμουνα κάθε φιλί, κάθε άγγιγμά του, αλλά δεν μπορούσα να κάνω πλέον πίσω. Δεν ήθελα. Του έδινα το προετοιμασμένο πικραμύγδαλο με τα θρύψαλα, στο γλυκό βάλαμε φυσικά το άλλο που είχα κρατήσει χωριστά. Θα το έτρωγε, τα θρύψαλα του γυαλιού θα τον έκαναν να πεθάνει με τρομακτικούς πόνους, θα καθάριζα όλα τα ίχνη και θα έφευγα. Όμως ήρθε το τηλέφωνο του εκδότη και έπρεπε να φύγουμε μαζί. Δεν μπορούσα πλέον να συμμαζέψω. Σκέφτηκα όμως ότι ίσως έτσι είναι καλύτερα, θα έμενε στα χέρια του εκδότη, εκείνος θα ήταν ο ύποπτος. Με τέτοιες δυσκολίες που είχε με τον Γιάννη και την απειλή του να σταματήσει την συνεργασία…
Δεν λυπάμαι για ότι έκανα στο Γιάννη. Όμως η μαμά; Αν μπορούσα θα γύρναγα τον χρόνο πίσω. Δεν ήθελα ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο…. Κράτησα λίγο από το προετοιμασμένο πικραμύγδαλο με τα θρύψαλα και το έκρυψα σε ένα συρτάρι της κουζίνας, πίσω πίσω. Σκέφτηκα ότι έτσι η αστυνομία ίσως και να πίστευε ότι ήτανε αυτοκτονία. Όμως τελικά δεν το βρήκατε εσείς παρά η μαμά συγυρίζοντας Το πικραμύγδαλο ήταν η πιο αγαπημένη της γεύση. Για εκείνην ασύγκριτη απόλαυση και να που έγινε η τελευταία της…
Για όλα φταίει ο Γιάννης. Χωρίς αυτόν δεν θα είχε συμβεί τίποτε από όλα αυτά…τίποτε…τίποτε…τίποτε…τίποτε…
Τίποτε.

Από τις 6.00 ώρα το πρωί ξύπνησε η Κατερίνα Ρίζου εκείνη την Παρασκευή. Ξαναέλεγξε δυο φορές το περιεχόμενο της βαλίτσας της μήπως και ξέχασε τίποτε σημαντικό. Ξύπνησε την μαμά της. Έφαγε, ετοιμάστηκε γρήγορα και κάθισε στον καναπέ ντυμένη με κασκόλ, γάντια, σκούφο και παλτό από τις 7.00 περιμένοντας να περάσει η ώρα.
Μια ώρα αργότερα, τυπικός σε ότι έχει να κάνει με την κόρη του, έφτασε ο Δημήτρης. Η Κατερίνα χαιρέτισε την μαμά της με ένα απαλό φιλάκι στο στόμα. Μόνη, στην ησυχία του διαμερίσματος η Ρίζου κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη.
Είδε μια νέα γυναίκα, μέσα τριάντα, μελαχρινή, με μακριά μαλλιά, με αθλητική κορμοστασιά, ντυμένη με μια φόρμα, ένα αντιανεμικό και αθλητικά παπούτσια. Μια γυναίκα πραγματική, καμιά κούκλα της βιτρίνας, με ζεστά μάτια, με συναισθήματα και αδυναμίες. Με τη γνώση ότι στη δύσκολη στιγμή, έχει την απαραίτητη δύναμη. Με ανησυχίες, με αγάπη μέσα της, με δίψα εξέλιξης, με πόθο ζωής. Της άρεσε αυτό που έβλεπε και χαμογέλασε.
Ελάχιστα αφού έκλεισε την πόρτα του διαμερίσματος πίσω της φεύγοντας για το jogging, ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος του κινητού. Το μήνυμα που θα διάβαζε αργότερα ήταν…
Καλημέρα όμορφό μου μελαχρινό, μεσημεριανό σήμερα στο συνηθισμένο μέρος στην μία; Σε επιθύμησα, έχω πολλά νέα να σου πω… :-* Γιώργος

TEΛΟΣ