H Κλειώ Σαρρή ήταν μια γυναίκα, μεσαίου ύψους, ούτε παχιά, ούτε λεπτή, με κοντά κακοβαμμένα ξανθά μαλλιά. Το ηλιοκαμένο δέρμα της φάνταζε περίεργα για την χειμερινή εποχή. Ήταν σημαντικά γερασμένο. Ιδιαίτερα στο πρόσωπο όπου είχε βαθιές ρυτίδες.
Φαινόταν γύρω στα 70, αλλά θα μπορούσε και να είναι 60 και να μην είχε κρατηθεί καλά.
Λυγερή καμαρωτή, παρόλη την ηλικία της, στεκότανε στην ανοιχτή πόρτα του διαμερίσματος και περίμενε με ανυπομονησία να δει μια επιθεωρητή της αστυνομίας στην πραγματικότητα.

-Εδώ κόρη μου, επανέλαβε όταν είδε την Ρίζου στο διάδρομο.
Έλα μέσα, θα φτιάξω καφεδάκι και θα τα πούμε με την ησυχία μας.

Το διαμέρισμα της Σαρρή ήταν εντελώς το αντίθετο από αυτό του Κωστόπουλου. Μικρό, γεμάτο με έπιπλα διαφορετικών στιλ και ηλικίας, με χίλια δυο χαλάκια στο πάτωμα, φωτογραφίες στους τοίχους και μια τεράστια τηλεόραση, σε κεντρική θέση στο καθιστικό. Οι φωτογραφίες ήταν τόσες πολλές, που δεν ήσαν όλες καδραρισμένες. Μερικές παλιές, κιτρινισμένες, μάλλον οι γονείς της, σκέφτηκε η Ρίζου, κρέμονταν σε ιδιαίτερες θέσεις στο τοίχο. Άλλες αλλοιωμένες στα χρώματα και στην φόρμα από την πολυκαιρία ακουμπισμένες μπροστά από μεγαλύτερα κάδρα έδειχναν μικρά παιδιά να παίζουν χιονοπόλεμο ή στην παραλία. Κάποιες παρμένες σε γάμους, άλλες από βαφτίσεις, πορτρέτα ή ζευγάρια να χαμογελούν στον φωτογραφικό φακό, τρώγοντας.

Σε χρόνο ρεκόρ επέστρεψε η Κλειώ Σαρρή από την κουζίνα φέρνοντας ένα δίσκο με 2 φλιτζάνια ελληνικό καφέ, το βάζο της ζάχαρης, γάλα και ένα μπολ με γλυκά σπιτικά μπισκοτάκια.

-Κάθισε παιδί μου, πες μου πώς μπορώ να σε βοηθήσω;” την ρώτησε.
Η Ρίζου πήρε το καφέ της, έβαλε λίγο γάλα, περίμενε να καθίσει η Σαρρή, σκέφτηκε λιγουλάκι από που να αρχίσει και είπε:

-Κα Σαρρή βρήκα το όνομά σας στα χαρτιά του κου Κωστόπουλου…
Λυπάμαι… Ο κος Κωστόπουλος είναι νεκρός, βρήκαμε το πτώμα του εχθές στο πάρκο…

Το χρώμα από το ηλιοκαμένο δέρμα της ηλικιωμένης γυναίκας χάθηκε ακούγοντας τις τελευταίες λέξεις της επιθεωρητού.
Καθόταν σαν αποσβολωμένη. Το χέρι που είχε σηκώσει το φλιτζάνι του καφέ έμεινε μετέωρο στα μισά. Το κατέβασε μηχανικά χωρίς να πιει.
Άφωνη, από την μια στιγμή στην άλλη φαινόταν άλλα 10 χρόνια γερασμένη.
Συνειδητοποιώντας την σημαντικότητα του λόγου για τον οποίο ήρθε η επιθεωρητής ρώτησε με μια φωνή που πάλευε να μην σπάσει…

-Ξέρετε τι του συνέβη; Τι μπορώ να κάνω εγώ για να σας βοηθήσω;
-Ακόμα δεν είμαστε σίγουροι τι ακριβώς συνέβη, από εσάς χρειάζομαι να μάθω τι άνθρωπος ήταν ο κος Κωστόπουλος. Σας πλήρωνε μηνιαία, για ποιό λόγο;

-Καθαρίζω το σπίτι δυο φορές την εβδομάδα. Δουλεύω για εκείνον από τότε που αγόρασε το διαμέρισμα. θα πρέπει να είναι 8 χρόνια, αλλά τον Γιάννη τον γνωρίζω, συγνώμη… τον γνώριζα…” και τα μάτια της γυάλισαν ξαφνικά, “από παιδί. Δούλευα για τους γονείς του. Τον ξέρω από τα 9 του χρόνια. Καλό και υπάκουο παιδί ο Γιαννάκης, κλεισμένο στον εαυτό του, αγαπούσε τα βιβλία, δεν είχε πολλές παρέες. Οι γονείς του δεν είχαν πολύ χρόνο για αυτόν, με τις δουλειές, τους χoρούς, και τα ταξίδια τους. Γαλλικά, πιάνο, κολυμβητήριο εγώ τον πήγαινα, εγώ τον έφερνα. Μερικές φορές, όταν ήταν κακόκεφος τον έπαιρνα στην κουζίνα και τον έβαζα να με βοηθήσει στα γλυκά. Του έλεγα ψέματα ό,τι δεν έχω χρόνο να τα προλάβω όλα και τον άφηνα να ετοιμάζει την μαρέγκα, να πασπαλίζει το αλεύρι στο μπολ, να μου κόβει την κουβερτούρα ψιλές φέτες. Μεγαλώνοντας ερχόταν από μόνος του στην κουζίνα και δοκίμαζε καινούργιες συνταγές, όταν δεν ένιωθε καλά, ή όταν κάτι ιδιαίτερα καλό του συνέβη.
Για σπουδές πήγε στην σχολή ξενοδόχων στην Ελβετία. Πόσο μεγαλωμένο τον βρήκα όταν επέστρεψε; Με το δίπλωμα στο χέρι και την λάμψη στα μάτια, ότι τώρα μπορεί να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Να γίνει διάσημος ζαχαροπλάστης…
Όμως οι γονείς του αποφάσισαν ό,τι αρκετά ξόδεψαν για την μόρφωσή του μέχρι τώρα, τα έξοδα του ζαχαροπλαστείου, άμα θέλει, ας βρει τρόπο να τα βρει μόνος. Εκείνων η οικονομική ευθύνη τελείωσε.
Αχ κόρη μου, τι τα θες, άκαρδοι άνθρωποι του κόψανε τα φτερά…
Αυτό όμως δε το έβαλε κάτω, άρχισε να γράφει για εφημερίδες, περιοδικά. Γιατί άλλο με τόσες σπουδές; Για γαστρονομικά θέματα. Πού είναι καλά να φας, πού να πιεις, πού να κοιμηθείς, τι το ιδιαίτερο έχει ένα κρασί από αυτά τα σταφύλια, τι από άλλα, τέτοια πράγματα. Ήταν αυστηρός…
Δεν ήταν κακοπροαίρετος, ό,τι σχόλια έκανε είχαν βάση. Και τα αρνητικά και τα θετικά.
Με τον καιρό όλο και πιο επιτυχημένος γινότανε. Κέρδισε σε κύρος. Και εκείνος και τα άρθρα του.
Πριν 8 χρόνια που αγόρασε το διαμέρισμα με ρώτησε αν μπορώ να του το καθαρίζω. Μετά χαράς, του είπα, αγόρι μου. Όσο μπορώ και όσο βλέπω, μετά χαράς.
Τον τελευταίο καιρό χειροτέρευσαν τα μάτια μου, και πήγαινα μόνον μια φορά την εβδομάδα πλέον. Τον έβλεπα λιγότερο ευχαριστημένο από συνήθως, ανήσυχο, δεν καταλάβαινα γιατί.
Όταν μια φορά τον ρώτησα, μου απάντησε πως σχεδιάζει να αλλάξει την ζωή του ριζικά και πως η ιδέα τον γεμίζει με απέραντη χαρά και φόβο ταυτόχρονα. Ποτέ δεν τον είχα δει έτσι ανήμπορο σε όλα τα χρόνια που τον ξέρω. Στεναχωρέθηκα. Στεναχωρέθηκα πολύ, αλλά ήλπιζα ότι μπόρα είναι, θα περάσει…
Και τώρα είναι πεθαμένο το πουλάκι μου; Ο Γιάννης μου;

Δεν μπορούσε να συνεχίσει. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της, οι ρυτίδες της βαθύνανε για άλλη μια φορά, το σώμα της χώθηκε πιο βαθιά στο κάθισμα και τρανταζόταν από το σιωπηλό κλάμα.

Η Ρίζου άφησε μια κάρτα της δίπλα στο φλιτζάνι στο δίσκο, σηκώθηκε, έκλεισε αθόρυβα την πόρτα του διαμερίσματος και άφησε την γυναίκα μόνη στο πένθος της.

-Συνεχίζεται-