Στο μάτι του ανεμοστρόβιλου που τράβηξε εκείνη και το όνειρό της, είχαν την ησυχία να μιλήσουν.
Ήταν τόσα πολλά που ήθελε να καταλάβει. Όλες αυτές τις ερωτήσεις που είχε από την στιγμή του τηλεφώνου. Ήλπιζε ο ανεμοστρόβιλος να της δώσει αρκετό χρόνο.
Τώρα ήταν η σειρά του για εξηγήσεις.
-Είμαι το όνειρό σου της είπε. Με χρειάστηκες τότε στο τρένο. Με τα 14 σου χρόνια. Με την εφηβική σου καρδιά. Δίψαγες να περάσεις στον κόσμο των απολαύσεων, των μεγαλύτερων, της αισθησιακής ζωής, της σεξουαλικότητας. Ένιωθες φυλακισμένη σε ένα παιδικό σώμα, στις παιδικές συναναστροφές. Ένιωθες την αλλαγή μέσα σου, έβλεπες την άρνηση αυτών των αλλαγών από το περιβάλλον σου. Και έψαχνες την ζωή, έψαχνες την θέση της σεξουαλικότητας στη ζωή σου.
Έψαχνες την φλόγα της ψυχής, τις απολαύσεις του κορμιού.
Εσύ με δημιούργησες. Τότε σε εκείνο το κουπέ του τρένου, με είδες για πρώτη φορά. Με ήθελες με όλη σου τη ψυχή, που με έκανες πραγματικότητα. Θα ήμουν το γλυκό μυστικό σου. Μια συνάντηση με έναν άγνωστο. Με έναν άγνωστο δε χρειαζόταν να ντρέπεσαι, μπορούσες να είσαι όπως θέλεις, δε θα σε ξαναδεί. Ούτε το πρόσωπο του δεν ήθελες να έχεις δει. Μόνον την μυρωδιά του ήθελες να θυμάσαι, το άγγιγμά του, την επιθυμία του, αυτήν που εσύ του ξυπνάς μέσα του. Την φωνή του ναι, αλλά όχι το όνομά του. Τι είναι τα ονόματα έτσι και αλλιώς; Απλές λέξεις. Δεν ήθελες πλέον λέξεις, παρά πράξεις, αισθήματα, συναισθήματα.

Με τον καιρό με ξέχασες. Άλλα πράγματα θεώρησες σημαντικότερα. Άλλα σε απασχολήσανε. Άλλα ονειρεύτηκες. Μη νομίζεις, δεν ζηλεύω, αλλά όλα αυτά τα χρόνια περιμένοντας πότε θα με ξανακαλέσεις, αναρωτιόμουνα, τι έχουν τα άλλα που εγώ δεν μπορώ πλέον να σου δώσω… Και να που εντελώς ξαφνικά με αποζητούσες, εντελώς σποραδικά, αλλά εξίσου απελπισμένα. Και εγώ πάντα ακολουθούσα, ερχόμουνα να σου ξαναθυμίσω αυτές τις παιδικές ανησυχίες, τις βασικές ανάγκες σου, αυτές που σου είναι τόσο μα τόσο σημαντικές, που τις έβαζες σε τελευταία μοίρα, που δεν ήθελες να σε απασχολούν, είσαι διανοούμενη, άλλα είναι σημαντικά για σένα, σου είχαν πει κάπου κάποτε.

Δεν ήθελες να είμαι έτσι όπως στο τρένο, ήθελες να με νομίζεις τότε πραγματικό, άρα με άλλαξες ήδη από την δεύτερη φορά που σου παρουσιάστηκα. Με άλλαξες τόσο που ούτε και εγώ με αναγνώρισα, αλλά το συνήθισα τελικά. Έτσι μου αφαίρεσες την μυρωδιά, μου αφαίρεσες το άγγιγμα, την ανθρώπινη φόρμα. Με έκανες αέρινο, έκανες τον εαυτό σου αέρινο. Στο όνειρό σου πετούσες. Πετούσες μακριά από πολυκατοικίες, πάνω από τους δρόμους, πιο ψηλά και από τα πιο ψηλά δέντρα, πάνω από τους μαιάνδρους των ποταμών. Πετούσες όμοια μεταξύ ομοίων με τους γλάρους. Κυκλικά, ανάλαφρα, η ζεστή αύρα σε βοηθούσε. Όλο και πιο πέρα, όλο και πιο ψηλά, μακριά από αυτά που σε φοβίζουν, πιο κοντά σε αυτά που σε γεμίζουν.

Είμαι το όνειρό σου. Το πιο αγαπημένο σου.
Μέσα σε αυτά χρόνια ήμουν πάντα εδώ για σένα. Στην αρχή ήταν η δουλειά μου να έρχομαι όταν με καλείς. Όμως με τον καιρό, όπως έβλεπα την αντίδρασή σου, την επίδραση που είχα σε σένα, τον τρόπο με τον οποίο με δεχόσουνα, την δίψα σου για μένα, άρχισα να σε συμπαθώ. Κάθε βραδιά και περισσότερο. Δεν ήσουν πλέον ο αφέντης μου, και εγώ το τζίνι, απλά στις υπηρεσίες του, αλλά κάποιος για τον οποίον μπορούσα να δώσω χαρά. Κάποιος που απολάμβανε τα έργα μου. Όπως εγώ απολάμβανα να σε κάνω να χαίρεσαι, να απολαμβάνεις.

Είμαι το όνειρό σου. Το πιο αγαπημένο σου, αλλά πλέον είσαι και εσύ το δικό μου όνειρο. Αυτό που επιθυμώ με όλο μου το είναι. Με όλη τη ψυχή που μπορεί ποτέ να έχει ένα όνειρο. Και πίστεψέ με, έχουμε ψυχές τα όνειρα. Δεν το ήξερες; Υπάρχουν πολλά που δεν ξέρεις, αλλά για αυτό είμαι εδώ. Για να σου τα εξηγήσω όλα. Αυτό δεν ήθελες πάντα; Να καταλάβεις τα πράγματα από μέσα; Όχι μόνον κοιτώντας τα επιφανειακά. Θα σου τα εξηγήσω όλα.

-Είμαι το όνειρό σου. Το πιο αγαπημένο… του απάντησε. Θέλω να μου τα πεις όλα και τον φίλησε απαλά στα χείλη.

Και ο ανεμοστρόβιλος αποφάσισε να μη σταματήσει πλέον. Επίτηδες για να δώσει αρκετό χρόνο, για όλες τις συζητήσεις και τα φιλιά τους.

ΤΕΛΟΣ