Πώς ήταν δυνατόν να είναι εκείνος; αναρωτιόταν επιστρέφοντας.
Να την πάρει έτσι απλά ένα τηλέφωνο, μετά από τόσα χρόνια…

Ήταν πολύ μπερδεμένη. Προσπαθούσε να ανακαλέσει τις αναμνήσεις της από εκείνο το ταξίδι. Θυμόταν την μουσική που άκουγε στο τρένο, είχε μια κασέτα των Simple Minds στο Walkman, τη φίλη της από την Πενσυλβένια, την καθυστέρηση του δρομολογίου, το ό,τι ταξιδεύανε νύχτα, την ευχάριστη αίσθηση της μυρωδιάς του. Ένα μείγμα σαπουνιού και κολόνιας, όπως ευωδιάζει όταν αναμειχτεί με την προσωπική ανθρώπινη μυρωδιά.

Ήταν 6 άτομα στο κουπέ. Εκείνος καθόταν δίπλα της. Η μητέρα και η φίλη απέναντι τους. Όλοι ζαβλακωμένοι από το κούνημα και το ρυθμικό βουητό των τροχών στις γραμμές, κοιμόντουσαν στο χαμηλωμένο φως του κουπέ.

Η επόμενη ανάμνηση την έκανε να χαμογελάσει. Ένιωσε μια έντονη αναστάτωση. Ακόμα τώρα, μετά τόσα χρόνια, προκαλούσε αυτή η ανάμνηση μέσα της μια έντονη αντίδραση. Μια γλυκιά ανατριχίλα.

“Αυτή η μυρωδιά θα μου μείνει αξέχαστη” είπε στον εαυτό της. Βυθισμένη στις σκέψεις της δεν είδε τον περαστικό που κατευθυνόταν προς το μέρος.

-Με συγχωρείτε… είπε ξαφνιασμένη όταν συνειδητοποίησε ό,τι είχε σκοντάψει πάνω σε έναν περαστικό.
-Δε συνέβη τίποτε, μην στεναχωριέσαι. Γεια σου, σε περίμενα… της απάντησε και με μιας πλημμύρισε η ατμόσφαιρα με εκείνη την αξέχαστη γλυκιά μυρωδιά.

– Συνεχίζεται –